Το «βασίλειο ιεράτευμα» και η ιερωσύνη
(Απάντηση στον κ. Πέτρο Βασιλειάδη και στον π. Βασίλειο Θερμό)
Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιερόθεου Βλάχου
Πρόσφατα διάβασα δύο κείμενα του καθηγητού κ. Πέτρου Βασιλειάδη με τίτλους «Η ορθόδοξη κατανόηση της λατρείας της Εκκλησίας και των Χριστιανικών Μυστηρίων» και «Ο Χριστός Μέγας Αρχιερέας· η "Ιερωσύνη" των πιστών και η εξ αυτής απορρέουσα ιεραποστολική ευθύνη», καθώς επίσης και το κείμενο του π. Βασιλείου Θερμού με τίτλο «Συνέχεια του διαλόγου για την μετάφραση στην λατρεία».
Δυστυχώς, όμως, τα συνοδικά και επισκοπικά μου καθήκοντα και άλλες υποχρεώσεις δεν μου επέτρεψαν να ασχοληθώ με τα θέματα που θίγονται σε αυτά σε ένα άμεσο και σύντομο χρονικό διάστημα.
Και τώρα που το κάνω θα θίξω μερικά βασικά ζητήματα, χωρίς να εισέλθω σε λεπτομέρειες, σε μικρότητες και μικροψυχίες.
Κατά καιρούς γράφονται διάφορα για τα κείμενά μου, αλλά δεν μπορώ να απαντώ σε όλα είτε επειδή ελλείπει ο χρόνος είτε επειδή δεν ασκείται σοβαρή κριτική.
Εδώ όμως το θέμα νομίζω ότι είναι σοβαρό, αφού αναφέρεται στην πεμπτουσία της ορθοδόξου εκκλησιαστικής ζωής.
Διευκρινιστικά θα ήθελα να πω ότι με τον κ. Πέτρο Βασιλειάδη ήμασταν σχεδόν «συνταξιώτες» (ένα χρόνο διαφορά), παρακολουθούσαμε κοινά μαθήματα και είχαμε τους ίδιους καθηγητές, απλώς, εγώ ενθουσιάσθηκα από την πατερική θεολογία και κυρίως την θεολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, – όπως την ανέλυε ο καθηγητής Παναγιώτης Χρήστου και όλη η «σχολή» που εκείνος δημιούργησε και συνέχισε αργότερα ο καθηγητής π. Ιωάννης Ρωμανίδης– ενώ εκείνος ενδιέτριψε στην Καινή Διαθήκη και ακολουθούσε περισσότερο τις απόψεις που εξέφραζε ο καθηγητής Σάββας Αγουρίδης.
Επομένως, οι απόψεις του κ. Πέτρου Βασιλειάδη ήταν γνωστές σε μένα, αλλά δεν περίμενα ύστερα από τόσες θεολογικές μελέτες από ορθοδόξου πλευράς, που διατυπώθηκαν και με διατριβές στις Θεολογικές Σχολές των δύο Πανεπιστημίων, να υποστηρίζωνται οι ίδιες απόψεις. Και αυτό λέγεται γιατί στο παρελθόν, όπως έχει υποστηριχθή από πολλούς, εμείς οι ορθόδοξοι προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τους «καθολικούς» αντλούσαμε επιχειρήματα από τους προτεστάντες, και προκειμένου να αντικρούσουμε τις απόψεις των προτεσταντών αντλούσαμε επιχειρήματα από τους «καθολικούς».
Τελικά, διαπιστώθηκε ότι και για τις δύο κατευθύνσεις έχουμε δικά μας επιχειρήματα τα οποία αντλούμε από την ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας μας που είναι η «ιστορική Εκκλησία» χωρίς διαλείμματα και ιστορικά κενά.
Επίσης, με τον π. Βασίλειο Θερμό συζητήσαμε στο παρελθόν, ανταλλάξαμε επιστολές και μετέπειτα παρακολουθώ τα κείμενά του, τα οποία μου δημιουργούν έντονο προβληματισμό για πολλούς λόγους, που δεν είναι ο κατάλληλος χώρος και χρόνος να εκθέσω.
Ως προς τον τρόπο, παρατηρώ ότι ο μεν κ. Πέτρος Βασιλειάδης έγραψε κατά το μάλλον η ήττον με ευπρέπεια, αν και ως προς το πρόσωπό μου ήταν υποκειμενικός και αποσπασματικός, ο δε π. Βασίλειος Θερμός, λαμβάνοντας αφορμή από τον πρώτο, έγραψε με οξύτερο η απρεπή τρόπο, αγνοώντας ότι ως Κληρικός είναι αδύνατον να υπονομεύω την θεολογία των Μυστηρίων της Εκκλησίας και την ομολογία της ορθοδόξου πίστεως, την οποία εξέφρασα σε πολλά κείμενα.


