Σὲ μιὰ ἐποχὴ ὅπου κυριαρχοῦν ἡ διαφθορά, ὁ ἄκρατος ὑλισμός, ὁ κυνισμός, ἡ ὁλιγοπιστία, ἡ ἀθεΐα καὶ ἕνα σωρὸ ἄλλες παρεκτροπές, ἡ μειοψηφία τῶν εὐσεβῶν, ὀρθοδόξων χριστιανῶν ἔρχεται μοιραίως ἀντιμέτωπη μὲ τὴν λοιδορία καὶ τὴν ἀπαξίωση. Ὁ κάθε χριστιανὸς ἔχει νὰ ἀντιμετωπίσει τὸν ἐχθρικὸ κοινωνικὸ περίγυρό του. Ἔχει νἀ άντιμετωπίσει, ἐπιπροσθέτως, τὸν – χαμηλῆς ἔντασης (πρὸς τὸ παρόν) – διωγμὸ τῆς Πίστης του.
Τώρα, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε, ὁ πιστὸς πρέπει νὰ ἔχει τὸ θάρρος καὶ τὸ θράσος νὰ ὁμολογεῖ δημοσίως καὶ σὲ κάθε εὐκαιρία τὴν ὀρθόδοξη πίστη του· νὰ ὁμολογεῖ τὴν συστράτευσή του μὲ τὸν Σωτήρα Ἰησοῦ Χριστό. Σὲ ἀντίθετη περίπτωση, ἐκτὸς τοῦ ὅτι διαπράττει ἀμαρτία, δίνει περισσότερο χῶρο στὴν ἐκκοσμικευμένη σαπίλα νὰ ἀπλωθεῖ καὶ νὰ ἀλώσει κι ἄλλες ψυχὲς ποὺ θα μπορούσαν μὲ τὴν ὁμολογία Πίστης τοῦ καθενός μας νὰ σωθοῦν. Ἡ ντροπὴ στὴν ὁμολογία πίστης ἱσοδυναμεῖ μὲ ἄρνηση καὶ ἐμπαιγμὸ τοῦ Χριστοῦ.