Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

Το Φανάρι, η προπαγάνδα των Οικουμενιστών και η «τουρκική ομηρεία»


Το Φανάρι, η προπαγάνδα των Οικουμενιστών και το αστείο άλλοθι της «τουρκικής ομηρείας»
του Νεκτάριου Δαπέργολα
Διδάκτορος Ιστορίας

      Ως γνωστόν, κάθε μέρα που περνάει κλιμακώνεται ολοένα και περισσότερο τοοικουμενιστικό ξεσάλωμα του Φαναρίου και απάσης της ελλαδικής αρχιερατικής ομήγυρης που συμμετέχει (όχι απλά συρόμενη, αλλά πρωτοστατούσα, διαγκωνιζόμενη και ασθμαίνουσα) σε όλη αυτή την κατάπτωση. Στην εν λόγω ομήγυρη μετέχει βέβαια δυστυχώς και μέγα μέρος του λεγόμενου κατώτερου κλήρου, σαφές δείγμα του πόσο βαθιά έχει προχωρήσει τα τελευταία χρόνια το δηλητήριο της πλάνης και έχει διαποτίσει ακόμη και χώρους, που μάλλον διαφορετική εικόνα έδειχναν κάποτε.
Φυσικά όμως μετέχει και μέγα μέρος του λαϊκού χριστεπωνύμου πληρώματος, που τελεί σε βαθιά σύγχυση και χαρακτηριστική αδυναμία διάκρισης της πραγματικότητας και του τι εξυφαίνεται γύρω μας. Όλα αυτά αποτελούν άλλη μία ξεκάθαρη απόδειξη ότι αυτό που συχνά λέμε για τον επανευαγγελισμό που χρειάζεται άμεσα η πατρίδα μας, δεν αφορά μόνο στους λεγόμενους άθεους ή στους ζώντας εκτός Εκκλησίας, αλλά και στους εντός αυτής (και δυστυχώς, όπως φαίνεται, ίσως και πρωτίστως σ’ αυτούς).
      Στην απειροελάχιστη βέβαια αντίδραση που παρατηρείται απέναντι στο εν λόγω οικουμενιστικό ξεσάλωμα (εντυπωσιακά και αδικαιολόγητα μικρή, ειδικά για την μετά το Κολυμπάρι περίοδο, οπότε και οι θιασώτες της Παναίρεσης πέταξαν απροκάλυπτα πλέον κάθε πρόσχημα και κάθε προσωπείο) παίζουν σίγουρα ρόλο και άλλα αίτια, όπως ο φόβος πολλών - κυρίως - κληρικών έναντι των (συνήθως καισαροπαπικών στη συμπεριφορά) επισκόπων τους, αλλά φυσικά και ακόμη πιο ταπεινά…«ένστικτα» (όπως π.χ. το βόλεμα και το συμφέρον). Το κύριο αίτιο είναι όμως η άμβλυνση των συνειδήσεων μετά από δεκαετίες αγαπολογίας, συγκρητιστικής ψευτοπροοδευτικότητας, «διαλόγων», συμπροσευχών και λοιπών ενωσιακών δράσεων, σε συνδυασμό με την ούτως ή άλλως τραγική θεολογική κατάρτιση των πιστών, αλλά συνήθως και των ίδιων των κληρικών. Η πλήρης πλέον άλωση των Θεολογικών Σχολών από «λύκους βαρείς» που υποδύονται τους καθηγητές και τους διδάκτορες «πλανώντες και πλανώμενοι» και η διόγκωση ψευδοθεολογικών κινήσεων, όπως ο τραγικός «Καιρός», που διδάσκουν με απροκάλυπτη αλαζονεία την αίρεση δια της εγωμανιακής βλασφημίας της λεγόμενης «μεταπατερικότητας» και έχουν ταχθεί να παράγουν «υιούς γεένης διπλοτέρους αυτών», επιτείνει καθημερινά το πρόβλημα. Και έτι περαιτέρω βέβαια το επιτείνει η συνεχής εξοικείωση (έως βαθμού εξηλιθίωσης) του λαού μας με όλη την ευρύτερη νεοταξίτικη ατζέντα που προωθείται από τα στημένα βοθροκάναλα, τη δημόσια εκπαίδευση και πλείστους ακόμη επίσημους κι ανεπίσημους φορείς. Όλα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα όχι μόνο την εξοικείωση με τη δήθεν θεολογία της οικουμενιστικής νεοεποχίτικης βλασφημίας, αλλά και με τη σταδιακή εμπέδωση στη σκέψη των πολλών ότι οι λίγοι που μάχονται υπέρ της αυθεντικής Ορθοδοξίας δεν είναι παρά σκοταδιστές και σχεδόν ψυχασθενείς Ταλιμπάν, την ώρα που ο πατριάρχης Βαρθολομαίος εξαγιάζεται λεκτικά ως πατριάρχης της «αγάπης», της «ανεκτικότητας», της «οικολογίας», του «ανυπόκριτου διαλόγου» και όποιας άλλης άθλιας στρέβλωσης η νεοταξίτικη αλλοίωση της αυθεντικής σημασίας των λέξεων κατά πώς βολεύει τους ινστρούχτορές της (για να θυμηθώ παραφραστικά και τον μέγιστο Θουκυδίδη) έκανε να δείχνει ως αξιοθαύμαστη αρετή.
      Στη μαζική, συστηματική και πολυεπίπεδη πάντως πλύση εγκεφάλου που γίνεται για την εξύμνηση του πατριάρχη και των συν αυτώ, πέρα από τα προαναφερθέντα, μόνιμη θέση κατέχει και η γνωστή αυτή τεράστια ανοησία περί της δήθεν ομηρείας από το τουρκικό κράτος και παρακράτος (η διαφορά αυτών των δύο είναι άλλωστε δυσδιάκριτη) στην οποία τελεί το Φανάρι. Την έχουμε ακούσει όλοι μας πάμπολλες φορές στο παρελθόν, την ακούσαμε και πρόσφατα με αφορμή την κατάπτυστη επιστολή «ευλογίας των όπλων» του Ερντογάν ενόψει της εισβολής στη Συρία, την ακούσαμε ως δικαιολογία της απαράδεκτα μακράς σιωπής του Φαναρίου για τους δύο αιχμαλώτους στρατιωτικούς μας, τη διαβάσαμε όμως βέβαια προ ολίγου καιρού (και κυριολεκτικά φρίξαμε) και κατά την άθλια προσπάθεια διάσημου (και για πολλούς θεωρούμενου δυστυχώς ως υπεράνω πάσης υποψίας) «πατριώτη» - και διαχειριστή μεγάλου ιστολογίου - να εξουθενώσει τους επικριτές του Βαρθολομαίου ως άσχετους, μικρονοϊκούς και περίπου ανθέλληνες και να εξυμνήσει ταυτόχρονα τον τελευταίο ως μαρτυρική και ηρωική μορφή, παραλληλίζοντας τον μάλιστα expressis verbis με τον μεγάλο εθνομάρτυρα και άγιο της Εκκλησίας μας Γρηγόριο τον Ε΄!
      Ασφαλώς όμως το πόσο κωμικά είναι όλα αυτά αποτελεί θέμα στοιχειώδους σκέψης και λογικής. Και κατ’ αρχάς να ξεκαθαρίσουμε βέβαια ότι ακόμη και αν ίσχυαν τα περί ομηρείας, τουρκικής πίεσης ή οτιδήποτε άλλου παρόμοιου απέναντι στο Φανάρι, θα μπορούσαμε να δούμε ίσως με κατανόηση κάποια μουδιασμένη και παθητική στάση σε θέματα σχετικά με τα εθνικά μας δίκαια, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τις σχέσεις του Πατριαρχείου με τον λοιπό ορθόδοξο κόσμο κλπ, θα αδυνατούσαμε ωστόσο παντελώς και πάλι να αντιληφθούμε γιατί μια τέτοια κατάσταση ομηρείας μπορεί να δικαιολογεί όλο το οικουμενιστικό και ευρύτερα πανθρησκειακό ξεσάλωμα των τελευταίων δεκαετιών (εκτός δηλαδή και αν υπονοούν οι υποστηρικτές αυτής της θέσης ότι η τουρκική πίεση είναι που επιβάλλει την οικουμενιστική ατζέντα και δη σε τέτοιο υπερμεγέθη βαθμό, ενώ οι καημένοι οι…ελεύθεροι πολιορκημένοι του Φαναρίου άλλα φρονούν, πράγμα όμως βέβαια που ούτε ως κακόγουστο αστείο δεν μπορεί να λεχθεί). Είναι πασιφανές λοιπόν ότι ακόμη και αν υπήρχε θέμα ομηρείας, μόνο ως σοφιστεία και ως άλλοθι μπορεί να το χρησιμοποιούν οι υποστηρικτές του Φαναρίου, μήπως και πείσουν κάποιους αφελείς για τα παντελώς αδικαιολόγητα.
      Για να προχωρήσουμε όμως πλέον λίγο περισσότερο τον συλλογισμό μας, καιρός να ξεκαθαρίσουμε ότι και αυτό που παραπάνω δεχθήκαμε (για την οικονομία της συζήτησης και δίκην υπόθεσης εργασίας) ως πιθανότητα κατάστασης ομηρείας, είναι στην πραγματικότητα παντελώς ανυπόστατο. Καθότι φυσικά το επί χρόνια χαϊδεμένο (των ΗΠΑ, της CIA, της Λέσχης Μπίλντεμπεργκ και ετέρων…ευαγών ιδρυμάτων) Φανάρι μόνο όμηρος δεν ήταν ποτέ (και εννοώ κατά τις τελευταίες 6-7 δεκαετίες), αλλά αντίθετα ήταν οργανισμός απολύτως προστατευόμενος από τα παραπάνω… καθιδρύματα, για να μπορεί να παίζει με όλο και μεγαλύτερη άνεση τον ρόλο του ως βασικότατου πυλώνα του νεοταξίτικου και νεοεποχίτικου σχεδίου των παγκοσμιοποιητών για τη νόθευση και διάλυση της Ορθοδοξίας, την άμβλυνση των θρησκευτικών διαφορών με τον υπόλοιπο κόσμο, την πολτοποιημένη πνευματική ενοποίηση των λαών του πλανήτη και την προώθηση και εδραίωση της Πανθρησκείας. Η προστασία αυτή υπήρξε επί σειρά ετών ξεκάθαρη και απολύτως χαρακτηριστική, όπως πιστοποιείται περίτρανα από την όλη ευχέρεια και το πολυσχιδές πλέγμα μετακινήσεων και δράσεων του πατριάρχη (αλλά και ετέρων εκπροσώπων του) σε όλο σχεδόν τον πλανήτη (κυρίως δε στις ΗΠΑ και τη Δυτική Ευρώπη), τεκμηριώνεται δε πάνω και σε άλλες πληροφορίες, στις οποίες πάντως δεν χρειάζεται να υπεισέλθουμε αυτή τη στιγμή.
      Ένα παραμύθι με δήθεν δράκους και δήθεν φυλακισμένες πριγκηποπούλες είναι λοιπόν όλο αυτό το αφήγημα για τη δυσχερή θέση του Πατριαρχείου λόγω των τουρκικών πιέσεων. Όμηρος ήταν πράγματι το σεπτό μας και συχνά μαρτυρικό Πατριαρχείο επί αιώνες, όσο ήταν πραγματικός θεματοφύλακας της Ορθοδοξίας, αλλά και του Ελληνισμού. Η τραγική εξέλιξη ωστόσο της διολίσθησής του στην αγκαλιά του Σιωνισμού και της σταδιακής μετάλλαξής του σε άντρο της πλάνης και της κακοδοξίας, ειδικά κατά το β΄ μισό του 20ού αιώνα, κατάντησε και όλη αυτή την κάποτε πασιφανή διαπίστωση σε κωμικό ανέκδοτο. Φυσικά όμως, αν θέλουμε (για να είμαστε απολύτως δίκαιοι) να καλύψουμε όλες τις παραμέτρους του ζητήματος, μπορούμε ειδικά κατά τα 2-3 τελευταία χρόνια να αποδεχθούμε ίσως την ύπαρξη κάποιας φοβίας των ενοίκων του Φαναρίου και την εμφάνιση κάποιας πολιτικής πιέσεων. Αλλά αυτό, ακόμη κι αν συμβαίνει, δεν μπορεί παρά να οφείλεται στις προβληματικές σχέσεις του ξεσαλωμένου εσχάτως νεο-οθωμανού σουλτάνου Ερντογάν με τη Δύση και ειδικά τις ΗΠΑ και όχι επειδή είναι το Φανάρι προπύργιο Ορθοδοξίας και Ελληνισμού. Μία τέτοια όμως ενδεχόμενη ανασφάλεια των συγκεκριμένων ενοίκων του Φαναρίου και για τους συγκεκριμένους λόγους τον υποφαινόμενο τουλάχιστον τον αφήνει παγερά αδιάφορο. Αυτά, για να τελειώνουμε επιτέλους με τις ανυπόστατες δικαιολογίες και τα αστεία άλλοθι…