- Δηλαδή, πάτερ, δε θ’ ασχολούμαστε με το Θεό;
![]() |
| Και θα τα πω τώρα πιο καθαρά: χρειάζεται να ‘χει κανείς τη θεία έλλαμψη, όποιος την έχει ας προχωρήσει… |
5.25. Ποίοι, πότε και πόσο να θεολογούν
Τις πρωινές
ώρες βγήκε από το κελλί του. Φώναξε δύο διάκους και τους μίλησε. Έπρεπε να
ειδοποιήσουνε παντού. Το απόγευμα ‘κείνο θα κήρυττε, φυσικά στην Αναστασία. Οι
διάκοι φύγανε αμέσως. Από στόμα σε στόμα η Πόλη έμαθε…
- Αρκετά, το κακό έχει πολύ προχωρήσει. Πολλοί
μιλάνε για τα θεία χωρίς περίσκεψη. Ενδιαφέρονται μόνο για ωραίες φράσεις, να
εντυπωσιάζουν οι λόγοι τους… και να χειροκροτούνται. Ηδονίζονται με τις λογομαχίες,
είναι χειρότεροι κι από τους αρχαίους σοφιστές.
Πιο κάτω έγινε πιο αυστηρός και, κοιτάζοντας όλους στα μάτια, συνέχισε:
- Μάθατε
όλοι να μιλάτε για όλα κι ας έχετε βουνό την αμάθεια. Το θράσος είναι μεγάλο. Διδάσκετε
χωρίς να γνωρίζετε και το μυστήριο της αληθείας πέφτει χαμηλά, πέφτει στα μάτια
του κόσμου…
Οι πιο
τολμηροί κινήθηκαν να τον διακόψουν. Συνηθιζότανε στην εποχή εκείνη να
διακόπτουνε τον ομιλητή, να του φέρνουν αντιρρήσεις ή να του ζητούν εξηγήσεις. Ήσαν
εκεί και «κατάσκοποι», να παίρνουν λόγια κι επιχειρήματα, να τα πηγαίνουν στους
αντιπάλους του Γρηγορίου, και μάλιστα στο Ευνόμιο, που ζούσε τότε στη Χαλκηδόνα,
απέναντι από την Πόλη.
- Κάντε
υπομονή και μη με διακόπτετε, είπε αποφασισμένος. Θα σας πω μια και καλή. Δεν
είναι του καθενός να θεολογεί, να φιλοσοφεί για το Θεό. Το έργο τούτο ανήκει
μόνο σ’ αυτούς που είναι δοκιμασμένοι, που έχουνε ζήσει τα θεία πράγματα, που
έχουνε καθαρίσει την ψυχή τους από την αμαρτία ή τουλάχιστον αγωνίζονται
συνεχώς για την ψυχική τους καθαρότητα. Προσοχή, λοιπόν, μην επιχειρείτε να
θεολογείτε χωρίς προϋποθέσεις. Και η κάθαρση πρώτη προϋπόθεση.
Το
ενδιαφέρον των ακροατών άναψε. Πολλοί θυμώσανε. Και ο Γρηγόριος συνέχισε με τη
δεύτερη προϋπόθεση.
– Να θεολογούν
εκείνοι που απαλλαχτήκανε από τις καθημερινές επίμοχθες εργασίες. Όσο κανείς
αφιερώνεται αποκλειστικά στο έργο της θεολογίας, τόσο περισσότερο πετυχαίνει ως
θεολόγος. Είναι να λυπάται κανείς, όταν βλέπει κάποιους από τη μια μέρα στην
άλλη να γίνονται θεολόγοι… πέφτουνε το βράδυ να κοιμηθούνε τεχνίτες και
ξυπνούνε σοφοί, αυτοχειροτόνητοι θεολόγοι.
Με τα λόγια
τούτα, όλοι κατάλαβαν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των πιστών δεν πρέπει να
θεολογούν. Και προχώρησε ο κήρυκας στην Τρίτη προϋπόθεση: - Και να μη γίνεται η
θεολογία σε οποιουσδήποτε και σε οποιαδήποτε ώρα. Όχι μετά τις διασκεδάσεις και
τα θέατρα, τα φαγοπότια και τον ιππόδρομο. Για ν’ ακούσει κανείς για την
αλήθεια, χρειάζεται πνευματική προετοιμασία, και μάλιστα πολλή.
Έχει κι άλλη
μια προϋπόθεση να τους τονίσει:
- Ακόμα,
πρέπει να προσέχουμε και τα θέματα της θεολογίας και το βάθος της. Ούτε για όλα
πρέπει να θεολογούμε, ούτε να προχωρούμε αδιάκριτα σ’ όλο το βάθος. Μόνο ανάλογα
με τις πνευματικές μας δυνάμεις, και ανάλογα με τη δεκτικότητα των ακροατών, με
τη δύναμή τους να μας καταλάβουν.
- Δηλαδή,
πάτερ, δε θ’ ασχολούμαστε με το Θεό;
- Αντίθετα,
φίλε μου, του απαντά ο Γρηγόριος, ν’ ασχολείσαι και με το παραπάνω. Αν μπορείς,
έχε το Θεό στο νου σου πιο συχνά κι απ’ όσο αναπνέεις. Μπορείς; Δε σε
συμβουλεύω όμως να θεολογείς χωρίς της αναγκαίες προϋποθέσεις.
Βαριές οι
απαιτήσεις του Γρηγορίου. Αλλιώς είχανε μάθει οι πιστοί. Νιώθανε τανάλια να
σφίγγει το λαιμό τους. Και τους έδωσε μια διέξοδο, ν’ αναπνεύσουν, γιατί τους ήρθε
απότομα:
- Ακούστε,
αδελφοί. Καταλαβαίνω. Πολλοί έχετε μεγάλη φιλοτιμία να θεολογείτε, μα δεν έχετε
όσο πρέπει τις προϋποθέσεις. Γι’ αυτό σας λέω και τούτο: Μπορείτε, αν θέλετε,
να φιλοσοφείτε και να θεολογείτε για πολλά, όπως για τον κόσμο και τη φύση, για
την ψυχή, για την ανάσταση, για την κρίση, για τα πάθη του Χριστού. Γι’ αυτά, εάν
πείτε κάτι σωστό, θα ‘ναι χρήσιμο. Αν πάλι κάνετε λάθος, δε θα ‘ναι επικίνδυνο
για τη σωτηρία. Ο λόγος όμως ο απευθείας για τον Πατέρα, τον Υιό και το άγιο
Πνεύμα και τη θεία οικονομία είναι η καθαυτό θεολογία, γι’ αυτήν χρειάζονται οι
δύσκολες προϋποθέσεις. Και θα τα πω τώρα πιο καθαρά: χρειάζεται να ‘χει κανείς
τη θεία έλλαμψη, όποιος την έχει ας προχωρήσει…
Κάποια στιγμή
τελείωσε η ομιλία. Και οι συζητήσεις αρχίσανε αμέσως. Πως, γιατί, με τι τρόπο…;
Έλεγε ο καθένας το δικό του. Ο Γρηγόριος από το ιερό Βήμα τα έβλεπε, τα
καταλάβαινε, αλλά δεν έκρινε ότι το βράδυ εκείνο έπρεπε να συνεχίσει. Άλλωστε ήτανε
φοβερά κουρασμένος.
Πριν αποσυρθεί στο κελλί του, όρισε την ώρα και την ημέρα που θα συνέχιζε για το ίδιο θέμα.
ΠΗΓΗ: «Ο ΠΛΗΓΩΜΕΝΟΣ ΑΕΤΟΣ, Γρηγόριος ο Θεολόγος, Στυλιανού Γ. Παπαδοπούλου, ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ, Έκδοση ΙΑ’ Ιανουάριος 2025, Σελ. 258-261
