Ἀνοικτὴ ἐπιστολὴ πρὸς Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς τῆς Μητροπόλεως Φλωρίνης Πρεσπῶν καὶ Ἐορδαίας
«Μαζὶ μὲ τὸν Ἐπίσκοπο, ἀκόμη κι ἂν πλανᾶται;»
Μέρος Β΄
«Ἀγωνισθῆτε γιὰ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μας. Ἀγωνισθῆτε γιὰ νὰ καθαριστῇ ἡ Ἐκκλησία ἀπό τὰ ἀνάξια στελέχη της, γιὰ νὰ ἔρθῃ ἡ Ἐκκλησία στὸ ὕψος τῶν Πατέρων» (Ἐπίσκοπος Φλωρίνης Αὐγουστῖνος Καντιώτης)
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, σεβαστοὶ Πατέρες, Σεβασμιώτατε,
Λέγεται πὼς ἕνας ἀξιόλογος καθηγητὴς πανεπιστημίου ἐπισκέφτηκε τὸν μεγάλο ἀσκητὴ Ἀββακοὺμ τὸν ἀνυπόδητο. Μετὰ ἀπὸ προσωπικὴ ἔρευνα ποὺ εἶχε κάνει σχετικὴ μὲ τὸ πότε καὶ ποῦ βρίσκουμε τὴν ἔννοια τῆς Ὀρθοδοξίας ἐντὸς τῆς Ἁγίας Γραφῆς ―εἶχε τὴ γνώμη ὅτι γι’ αὐτὴν κάνει λόγο πρῶτος ὁ προφήτης Ἠσαΐας (774 π.Χ), ρώτησε τὸν Γέροντα: «Ποὺ συναντοῦμε τὴν ἔννοια αὐτή, ἐγὼ κάτι βρῆκα στὸν Ἠσαΐα». Καὶ ὁ Γέροντας Ἀββακοὺμ τοῦ ἀπήντησε: «Καλά, ἕνα τόσο σοβαρὸ θέμα θὰ τὸ ἀποκάλυπτε ὁ Θεὸς τόσο ἀργά, 5000 χρόνια μετὰ τὸν Ἀδάμ; Στὴν Γένεση γίνεται λοιπὸν ἡ πρώτη ἀναφορά. Ἐκεῖ ποὺ ὁ Θεὸς λέγει στὸν Κάϊν: Ἂν ὀρθὰ προσέφερες τὰ δῶρα σου, δὲν θὰ τὰ δεχόμουν;» («οὐκ ἐὰν ὀρθῶς προσενέγκῃς, ὀρθῶς δὲ μὴ διέλῃς, ἥμαρτες;» Γέν. 4,7).
Ἂς ἔλθουμε τώρα στὸν νέο ἐπίσκοπο Φλωρίνης γιὰ νὰ ἀφουγκραστοῦμε ὅ,τι σχετικὸ περὶ Ὀρθοδοξίας (περὶ Ὀρθοτόμησης τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ὀρθῆς λατρείας) εἶπε τὴν μεγάλη ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Τριάδος Πτολεμαΐδας, γιατί πράγματι εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνο νὰ ἑρμηνεύει κάποιος τὸ Εὐαγγέλιο μόνος του! Ἰδοὺ ὁ (ἀποσπασματικὸς) λόγος τοῦ Σεβασμιωτάτου:
«Σήμερα δυστυχῶς, λόγῳ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Διαφωτισμοῦ, ἐπικρατεῖ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ἕνας προτεσταντισμός! Νομίζουν, δηλαδὴ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς ὅτι μποροῦν νὰ κρίνουν Συνόδους, Ἐπισκόπους, ἱερεῖς ἢ μποροῦν νὰ ζοῦν τὴν Ἀλήθεια καὶ νὰ Ὀρθοτομοὺν τὴν Πίστη ―ὅπως λέμε στὴν Ἐκκλησία― καὶ νὰ ἑρμηνεύουν τὸ Εὐαγγέλιο μόνοι τους. Κι αὐτὸ εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνο! Κι αὐτὸν τὸν κίνδυνο τὸν κρούει πρῶτος ὁ Χριστός, λίγο πρὶν συλληφθεῖ καὶ ὁδηγηθεῖ στὸ Σταυρό: “Κράτα τους”, λέγει, “Θεέ μου σὰν νὰ εἶναι ἕνα, ἔτσι ὥστε νὰ σὲ ὑμνοῦν καὶ νὰ σὲ λατρεύουν μὲ σωστὸ τρόπο”». [1].
Ἀδελφοί, πιστεύοντας πὼς ὁ «σωστὸς τρόπος» λατρείας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας εἶναι μιὰ ἄκρως σοβαρὴ ὑπόθεση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, ποὺ βάλλεται ἀπὸ τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ-Εκκοσμίκευσης, θεωροῦμε πὼς ὁ σύντομος, ἀλλὰ ἐπαρκής, σχολιασμὸς τῶν παραπάνω ἐπισκοποκεντρικῶν θέσεων καὶ ἀπόψεων θὰ ἀποτελέσει στέρεο θεμέλιο πάνω στὸ ὁποῖο, σὲ λίγο, θὰ προσπαθήσουμε νὰ οἰκοδομήσουμε τὴν ὀρθὴ ἑρμηνεία μιᾶς ἄλλης σπουδαίας ὀρθόδοξης ἔννοιας ―ἄγνωστης στοὺς πολλούς―, τῆς ἀποτείχισης· μιᾶς ἔννοιας πού, ὡς γνωστόν, συναντοῦμε ἐντὸς τοῦ ΙΕ΄ Ἱεροῦ Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου ἐπὶ Μεγάλου Φωτίου (861 μ.Χ.). Πράγματι, ἀδελφοί, εἶναι ἄκρως ἐπικίνδυνο νὰ σφάλουμε ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνεία τοῦ ὅρου τῆς ἀποτείχισης ἀλλὰ καὶ στὴν ἑρμηνεία ἑνὸς Ἱεροῦ Κανόνα ποὺ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὑπαγόρευσε στοὺς θεοφόρους Πατέρες τῆς ἐν λόγῳ (ἀναγνωρισμένης) Συνόδου!












