ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ: «Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΝΙΚΗΣΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΝ»!
«…Ὅταν
ὅμως δείχνουμε
στὸ Διάβολο τὸν μόνιμα Ἐσταυρωμένο καὶ τὸν ρωτᾶμε: “τί
σοῦ θυμίζει ἐδῶ ὁ Χριστός, μόνιμα Ἐσταυρωμένος;” θὰ μᾶς ἀπαντήσει
μὲ παρρησία: “ἐδῶ, σὲ αὐτὸ τὸ “ξύλο”,
ὅπως βλέπετε,
κατάφερα καὶ τὸν νίκησα καὶ εἶμαι μόνιμα
ὁ νικητής
του!”… Δίνουμε ἔτσι ἕνα ὀπτικὸ μήνυμα πού στὴν πραγματικότητα δὲν ἰσχύει…
Ὅπως εἶναι προφανές, ὅταν παγιώνουμε τὴ μία καὶ μοναδικὴ χρονικὴ στιγμὴ τῆς “νίκης”
τοῦ Διαβόλου κατὰ τοῦ Χριστοῦ, διαιωνίζουμε
τὸ στιγμιαῖο καύχημα τοῦ Διαβόλου σὲ ὁλόκληρο
τὸ ἔτος καὶ σὲ ὁλόκληρη τὴν Οἰκουμένη. Ἐνῶ ἀντίθετα ὁ ἀσώματος Σταυρός, σύμβολο τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ Διαβόλου,
δὲν ἐπιβεβαιώνει τὴν δαιμονικὴ δοξασία,
ἀλλὰ παραπέμπει
πλέρια [=ξεκάθαρα] στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ!» [ tasthyras.wordpress.com ]
---------------------------------------------------------------------------------------------------
ΑΠΑΝΤΗΣΗ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (Απόσπασμα):
"Ὁ Ἰησοῦς πόσο ἔζησε ἐπὶ τοῦ σταυροῦ μετέωρος μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς; Λεπτοφυὴς καὶ εὐγενὴς ὅσο κανείς ἄλλος, δὲν ἄντεξε πολὺ καὶ σύντομα ἐξέπνευσε – ἀλλὰ τί εἶπα; ὄχι, ἥμαρτον! Δὲν τελείωσε ἔτσι. Μποροῦσε νὰ μείνῃ πολὺ περισσότερο. Ἔμεινε στὴ ζωὴ ὅσο ἤθελε, καὶ ὅταν ἔκρινε ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα, τότε ὁ ἴδιος κάλεσε τὸ θάνατο νὰ ἔλθῃ· καὶ ὁ θάνατος σὰν ὑπηρέτης, ὑπακούοντας σ ̓ Αὐτόν, ἦλθε (βλ. Παρακλ., ἦχ. πλ. β ́, Κυρ. Καν. Ἀν. ᾠδ. α ́, τρ. 3ο). Ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ ὁρίσουμε τὴν ὥρα τῆς ἐξόδου μας, δὲν εἴμαστε κύριοι τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου· ὁ Χριστὸς ὅμως, ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα, ἀφοῦ ἔλαβε καὶ τὸ ὄξος, «εἶπε, Τετέλεσται , καὶ κλίνας τὴν κεφαλὴν παρέδωκε τὸ πνεῦμα» (Ἰω. 19,30)."
------------------------------------------------------------------------------------------------
Κυριακή
των Μυροφόρων Τα πρότυπα των γυναικών. (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου
Καντιώτου)
Ἡ Κυριακὴ αὐτή, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἀφιερωμένη στὴ μνήμη τῶν Μυροφόρων. Οἱ Μυροφόρες ἦταν ἕνας ὅμιλος ἐκλεκτῶν, ὑπερόχων γυναικῶν, ποὺ εἶχαν ἀγάπη πρὸς τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν ἀκολουθοῦσαν (βλ. Μάρκ. 15,41) καὶ «διηκόνουν αὐτῷ ἀπὸ τῶν ὑπαρχόντων αὐταῖς» (Λουκ. 8,3).
Καὶ τὸ κυριώτερο· κατὰ τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα τῶν Παθῶν δὲν ἔλειψαν οὔτε λεπτὸ ἀπὸ κοντά του στὴν πορεία τοῦ μαρτυρίου. Γι ̓ αὐτὸ καὶ ἀξιώθηκαν, πρῶτες αὐτές, ν ̓ ἀκούσουν τὸ κοσμοχαρμόσυνο μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως. Δὲν εἶνε τυχαῖο ὅτι· τὸ μὲν «Χριστὸς γεννᾶται» δὲν τὸ ἄκουσαν φιλόσοφοι ἀλλὰ βοσκοὶ τῆς Βηθλεέμ, τὸ δὲ «Χριστὸς ἀνέστη» δὲν τὸ ἄκουσαν μεγάλοι τῆς γῆς ἀλλὰ ἁπλοϊκὲς γυναῖκες.* * *
Ἂς μεταφερθοῦμε, ἀγαπητοί
μου, νοερῶς στὸν φρικτὸ Γολγοθᾶ. Εἶνε «ὥρα τρίτη καὶ ἐσταύρωσαν
αὐτόν» (Μάρκ. 15,25). Κατὰ τὸ ἑβραϊκὸ ὡρολόγιο
ἡ τρίτη
ὥρα ποὺ ἀκοῦμε ἀντιστοιχεῖ μὲ τὴ δική
μας ἐνάτη πρωινή, 9 τὸ πρωί. Τὴ νύχτα
τὸν δίκασαν, τὸ πρωὶ μὲ τὴν ἔγκρισι
τοῦ Πιλάτου βγῆκε ἡ ἀπόφασι.
Τὸν ἔδεσαν μ ̓ ἕνα σχοινί, σὰν τὰ ὑποζύγια,
τὸν ἔσυραν μέσ ̓ ἀπ ̓ τὰ καλντερίμια τῆς Ἰερουσαλήμ,
τὸν ἀνέβασαν στὸ Γολγοθᾶ, καὶ στὶς 9 τὸν σταύρωσαν. Οἱ ἅγιες γυναῖκες τὸν συνώδευαν.
Ἡ σταύρωσις
εἶνε ἕνας βραδὺς ἐπώδυνος βασανισμὸς μέσα σὲ σπασμούς,
σφαδασμοὺς καὶ πόνους φρικτούς. Ἦταν ἀτιμωτικὴ ποινὴ τοῦ ̔Ρωμαϊκοῦ καθεστῶτος, στὴν ὁποία καταδικάζονταν
ἀποφώλια
(=ἀπαίσια) τέρατα τῆς κοινωνίας. Οἱ κακοῦργοι ποὺ σταυρώνονταν,
λόγῳ τῆς σκληρῆς ἰδιοσυγκρασίας τους, ἔμεναν ἐπάνω στὸ σταυρὸ ἀρκετά.
Ὁ Ἰώσηπος
καὶ ἄλλοι ἱστορικοὶ λένε, ὅτι ἄντεχαν μέχρι καὶ τρεῖς ἢ τέσσερις
μέρες, γιατὶ τὰ τραύματά τους δὲν ἦταν θανάσιμα.
Ὅταν πλέον ἔφτανε ὁ θάνατος, ἀκολουθοῦσε κάτι μακάβριο· ἔρχονταν ἀπὸ ψηλὰ ὄρνεα καὶ καταβρόχθιζαν
τὶς σάρκες τῶν πτωμάτων, ἐνῷ ἀπὸ κάτω
σκυλιὰ μὲ πηδήματα ἅρπαζαν ὅποιο κομμάτι μποροῦσαν. Τί ἔμενε;
ἕνας γυμνὸς σκελετὸς ποὺ κατέρρεε
στὴ γῆ. Τέτοιο ἦταν τὸ τέλος τῶν μεγάλων ἐγκληματιῶν.
Ὁ Ἰησοῦς πόσο
ἔζησε ἐπὶ τοῦ σταυροῦ μετέωρος
μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς; Λεπτοφυὴς καὶ εὐγενὴς ὅσο κανείς ἄλλος, δὲν ἄντεξε πολὺ καὶ σύντομα ἐξέπνευσε – ἀλλὰ τί εἶπα; ὄχι, ἥμαρτον!
Δὲν τελείωσε ἔτσι. Μποροῦσε νὰ μείνῃ πολὺ περισσότερο.
Ἔμεινε
στὴ ζωὴ ὅσο ἤθελε, καὶ ὅταν ἔκρινε ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα, τότε ὁ ἴδιος κάλεσε τὸ θάνατο νὰ ἔλθῃ· καὶ ὁ θάνατος
σὰν ὑπηρέτης, ὑπακούοντας σ ̓ Αὐτόν, ἦλθε (βλ.
Παρακλ., ἦχ. πλ. β ́, Κυρ. Καν. Ἀν. ᾠδ. α
́, τρ. 3ο). Ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ ὁρίσουμε τὴν ὥρα τῆς ἐξόδου μας, δὲν εἴμαστε
κύριοι τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου· ὁ Χριστὸς ὅμως, ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα, ἀφοῦ ἔλαβε καὶ τὸ ὄξος, «εἶπε, Τετέλεσται , καὶ κλίνας τὴν κεφαλὴν παρέδωκε
τὸ πνεῦμα» (Ἰω. 19,30).
Ἐπάνω στὸ σταυρὸ ἔμεινε
6 ὧρες, ἀπὸ 9 πρωὶ μέχρι 3 ἀπόγευμα· «ἀπὸ δὲ ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης»
(Ματθ. 27,45)· 3 ὧρες φῶς, 3 ὧρες σκότος· 3 ὧρες φῶς γιὰ τοὺς πιστούς,
3 ὧρες σκότος γιὰ τοὺς ἀπίστους
«ἐφ ̓ ὅλην τὴν γῆν» (Μάρκ. 15,33).
Σὲ λίγο
πλησίαζε ἡ ὥρα νὰ δύσῃ ὁ ἥλιος. Τί θὰ γινόταν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ; Ἡ ἑβραϊκὴ ἡμέρα ἄρχιζε ὄχι μὲ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου ἀλλὰ μὲ τὴ δύσι. Συνεπῶς, μόλις ἔδυε ὁ ἥλιος θὰ ἄρχιζε
τὸ Σάββατο καὶ θ ̓ ἀνέτελλε
τὸ ἰουδαϊκὸ πάσχα· καὶ κατὰ τὸ πάσχα δὲν ἐπιτρεπόταν πάνω στοὺς σταυροὺς νὰ ὑπάρχουν
πτώματα νεκρῶν. Γι ̓ αὐτὸ ἕνα στρατιωτικὸ ἀπόσπασμα
μὲ τσεκούρια – μπαλτάδες ἀνέβηκε στὸ Γολγοθᾶ νὰ σπάσῃ τὰ χοντρὰ κόκκαλα
ὅσων ἀνέπνεαν
ἀκόμα καὶ νὰ ἐπισπεύσῃ τὸ θάνατό
τους. Ἔτσι ἔγινε μὲ τοὺς δύο λῃστάς. Ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς εἶχε ἤδη ἐκπνεύσει· «οὐ κατέαξαν αὐτοῦ τὰ σκέλη»
(Ἰω. 19,32), καὶ ἔμεινε
τὸ σῶμα του ἐκεῖ μετέωρο.
Ποιός
θὰ τὸν ἔθαπτε; Οἱ ὧρες περνοῦσαν. Καν- είς δὲν φαινόταν. Ποῦ τὰ πλήθη
ποὺ εὐεργέτησε! Τρόμος καὶ φόβος· ποιός νὰ πλησιάσῃ; Οἱ σημερινοὶ νέοι
δὲν γνώρισαν παρόμοιες σκηνές. Ἐγὼ ὅμως γνωρίζω
καλὰ τὸ ἑξῆς. Σ ̓ ἕνα χωριὸ τῶν Γρεβενῶν οἱ Γερμανοὶ καταδίκασαν στὸν δι ̓ ἀσιτίας
θάνατον μιὰ ὑπέροχη γυναῖκα, γιατὶ αὐτὴ βοήθησε
τοὺς στρατιῶτες τῆς ἀντιστάσεως. Τὴν ἔβαλαν
μέσα σ ̓ ἕνα λάκκο καὶ κανείς δὲν τολμοῦσε νὰ τὴν πλησιάσῃ…
Παρόμοιος
τρόμος ἐπικρατοῦσε στὸ Γολγοθᾶ. Χρειαζόταν τόλμη, θάρρος, καὶ ἐπίσημη
ἀπόφασι,
γιὰ νὰ ξεκρεμάσῃ κανεὶς ἕνα κατάδικο. Ἐνῷ λοιπὸν κανείς
ἄλλος δὲν τολμᾷ, νά κάποιος
ἔρχεται.
Ποιός εἶνε; Ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας Ἰωσήφ, μέλος τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Συνεδρίου,
ψυχὴ ἐκλεκτὴ ποὺ ἀγαπᾷ τὸν Ἰησοῦ. Πῆγε στὸν Πιλᾶτο καὶ ζήτησε τὸ σῶμα του. Ὁ Πιλᾶτος θαύμασε, πῶς ὁ Ἰησοῦς ἐξέπνευσε
τόσο σύντομα (Μάρκ. 15,44), κι ἀφοῦ βεβαιώθηκε
ἀπὸ τὸν κεντυρίωνα,
τοῦ χάρισε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Ποιά τώρα γλῶσσα, ποιός ζωγράφος, ποιός ποιητὴς θὰ περιγράψῃ τὴ σκηνὴ τῆς ἀποκαθηλώσεως
τοῦ Κυρίου; Μᾶλλον ἂς τὴν καλύψουμε μὲ πέπλο ἱερᾶς σιωπῆς. Ὦ χέρια
εὐλογημένα τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τῶν ἁγίων μυροφόρων
γυναικῶν, ὦ σινδόνη καθαρά, ὦ τάφε ἁγιασμένε
ποὺ δέχθηκες τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ! Μακάριος
ὁ Ἰωσήφ,
μακάριες καὶ οἱ γυναῖκες!
Ἀλλ ̓ ἐὰν αὐτοὶ εἶνε μακάριοι,
πολὺ πιὸ μακάριοι εἶνε – ποιοί; ὅσοι κοινωνοῦν ἀξίως τῶν ἀχράντων
μυστηρίων. Γιατὶ ἐκεῖνοι ἄγγιξαν μόνο τὸ τεθεωμένο σῶμα, ἐνῷ ἐκεῖνος ποὺ κοινωνεῖ δὲν ἀγγίζει
μόνο ἀλλὰ δέχεται ἐντός του ὁλόκληρο τὸν Χριστό.
* * *
Οἱ Μυροφόρες,
ἀδελφοί
μου, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὴν κυρίαν Θεοτόκον, ἀποτελοῦν ἕναν ἀστερισμὸ μὲ λαμπρότερο
ἀστέρα
του τὴν Παναγία, ἡ ὁποία μνημονεύεται
κάπως διαφορετικὰ σὲ καταλόγους τῶν ὀνομάτων
τους.
Σήμερα
λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία, τιμώντας τὸν ὅμιλο τῶν ἡρωίδων
ἐκείνων
γυναικῶν, ποὺ εἶνε τὰ πρότυπα τοῦ γυναικείου κόσμου, στὸ πρόσωπό
τους τιμᾷ καὶ κάθε γυναῖκα.
Ὁ γυναικεῖος κόσμος
παρουσιάζει ἀναμφισβητήτως καὶ ἐλαττώματα.
Σήμερα ὅμως ἡ Ἐκκλησία μὲ τοὺς ὑμνογράφους της ψάλλει ὕμνους στὶς γυναῖκες. Θέλετε
λοιπὸν νὰ σᾶς παρουσιάσω μερικὰ πορτραῖτα, μερικὰ στιγμιότυπα
ἀπὸ τοὺς ἡρωισμούς,
τὶς ὑπέροχες ἀρετές των; Νά λοιπόν· οἱ μυροφόρες δὲν πέθαναν,
ζοῦν καὶ στὴν κατηραμένη ἐποχή μας.
•Ἡ πρώτη
εἶνε ἡ δασκάλα στὰ σύνορα. Μόλις βγῆκε ἀπὸ τὸ Ἀρσάκειο
καὶ πῆγε ἐκεῖ ὄχι γιὰ τὸ μισθό, ἀλλὰ ἐκτελώντας μιὰ ἱεραποστολή.
Γνώρισα πολλὲς τέτοιες. Τὴ βλέπεις ἀνάμεσα
στὶς ἀγράμματες ἐκεῖ γυναῖκες, ταπεινή, φρόνιμη· νὰ χτυπάῃ τὸ κουδούνι
τοῦ σχολείου στὸ ἀκριτικὸ χωριό,
νὰ μαζεύῃ τὰ παιδιὰ τῶν χωρικῶν καὶ μὲ ἀγάπη καὶ στοργὴ νὰ σταλάζῃ στὶς καρδιές τους τὰ ὡραῖα διδάγματα
τῆς πατρίδος καὶ τῆς θρησκείας
μας. Εἶνε μιὰ μυροφόρος στὴ σύγχρονη ἐποχή.
•Θέλετε
ἄλλη; Εἶνε ἡ νοσοκόμος,
μὲ τὴ λευκὴ στολή της. Λέει τὸ Εὐαγγέλιο,
ὅτι οἱ Μυροφόρες
εἶδαν ἀγγέλους «ἐν ἐσθήσεσιν ἀστραπτούσαις», μὲ ἀστραφτερὲς φορεσιές
(Λουκ. 24,4). Καὶ ὅταν λοιπὸν πηγαίνῃ κανεὶς στὸ νοσοκομεῖο καὶ βλέπῃ τὰ μεσάνυχτα νὰ διασχίζουν τοὺς διαδρόμους
οἱ νοσοκόμες μὲ τὶς ἄσπρες
μπλοῦζες, ἐγὼ νομίζω ὅτι βλέπω ἀγγέλους ἐπὶ τῆς γῆς. Τὴ στιγμὴ ποὺ ἀνάξια γυναικάρια σὲ ἁμαρτωλὰ κέντρα
πουλοῦν τὴ σάρκα τους, βλέπεις αὐτὲς δίπλα
στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου νὰ γίνωνται
μητέρες καὶ ἀδελφές, νὰ παρηγοροῦν καὶ νὰ σταλάζουν τὸ βάλσαμο τῆς ἁγίας μας
πίστεως, ἢ καὶ νὰ προετοιμάζουν ἀσθενεῖς γιὰ τὴν αἰωνιότητα.
•Θέλετε
παράδειγμα ἄλλης μυροφόρου; Εἶνε ἡ ἀδελφὴ τοῦ σπιτιοῦ ἐκείνου
ποὺ οἱ γονεῖς πέθαναν καὶ αὐτή, ὡς μεγαλύτερη,
ἔμεινε
προστάτις τῶν μικρῶν ἀδελφῶν της. Ἀντὶ νὰ διασκεδάζῃ δεξιὰ κι ἀριστερά, ἐργάζεται σὲ ἐργοστάσιο φθείροντας τὴν ὑγεία της
καὶ ῥάβει προσπαθώντας νὰ θρέψῃ τὰ μικρά,
νὰ σπουδάσῃ τὸν ἀδελφό, νὰ συμπληρώσῃ τὴν προῖκα τῆς ἀδελφῆς της.
•Θέλετε
καὶ ἄλλη; Εἶνε ἡ γιαγιὰ ἡ ἁπλοϊκή, ποὺ παίρνει μὲ στοργὴ στὴν ἀγκαλιὰ τὸ ἐγγονάκι, τὸ γονατίζει μπροστὰ στὰ εἰκονίσματα
καὶ τὸ μαθαίνει τὶς πρῶτες προσευχές·
εἶνε μία ἱερὰ ὕπαρξις ἡ γιαγιὰ μέσα στὸν παιδικὸ κόσμο.
•Θέλετε
ἀκόμη μία
ἄλλη; Ἔφτασα
πλέον στὸ ὕψος. Ἐδῶ σταματῶ, δάκρυα μᾶς ἔρχονται. Εἶνε μία λέξι ποὺ μᾶς συγκινεῖ καὶ ἡ ὁποία μόνο
ὅταν ἀτενίζουμε
τὴν Παναγία μας βρίσκουμε τὸ ἰδεῶδες πρότυπό
της. Εἶνε ἡ μάνα ἡ γλυκυτάτη. Ποιός τὴν θυμᾶται καὶ δὲν θρηνεῖ στὴν ἀνάμνησι
τῶν παιδικῶν χρόνων, τότε ποὺ μιὰ μητέρα
τὸν θήλαζε στὸ στῆθος της;
Μόνο τέρατα ἀνάξια νὰ ζοῦν σηκώνουν τώρα χέρι καὶ τὴν πληγώνουν.
Μοῦ ̓λεγε κάποια μητέρα· –Πάτερ μου, βάσανα πολλὰ πέρασα.
Τὸ μεγαλύτερο ποὺ μὲ βρῆκε καὶ κλαίω
εἶνε, ὅτι τὸ παιδί μου, φοιτητής, μοῦ βλαστήμησε χθὲς τὴν Παναγία
μου. Δὲν θέλω νὰ ζῶ στὸν κόσμο…
Χθὲς τὸ βράδυ
πρὶν νὰ κοιμηθῶ διάβασα τὴ βιογραφία ἑνὸς ἐκλεκτοῦ ἱεράρχου,
τοῦ ἀειμνήστου μητροπολίτου πρώην Νευροκοπίου Γεωργίου Παπαγεωργιάδου,
τὴν ὁποία συνέγραψε ὁ ἴδιος ἕνα ἔτος προτοῦ ν ̓ ἀποθάνῃ. Ἐκεῖ εἶδα τὸ ἑξῆς. Ὁ ἱεράρχης
αὐτός, φτωχὸ παιδὶ τῆς ἀλησμονήτου Θρᾴκης πρὸς τὰ Δαρδανέλλια,
μικρὸς εἶχε αὐστηρὸ πατέρα ποὺ κάποτε τὸν μάλωσε πέρα τοῦ δέοντος. Ὁ μικρὸς Γεώργιος,
ἡλικίας
10 ἐτῶν, πείσμωσε τόσο πολύ, ὥστε δὲν ἤθελε πλέον
νὰ πάῃ στὸ σχολεῖο. Μάταια ὁ πατέρας τὸν ἀπειλοῦσε. Αὐτὸς ἔλεγε· –Ὄχι, δὲν θὰ μάθω γράμματα. Μὲ ἔβρισες
καὶ δὲν θέλω πιὰ νὰ σὲ ἀκολουθήσω. Θὰ πάω νὰ βόσκω
γίδια, πρόβατα καὶ βόδια… Καὶ ποιός τὸν νίκησε καὶ τὸν ἔκανε νὰ ἐπιστρέψῃ στὸ σχολεῖο καὶ νὰ σπουδάσῃ; Τὰ δάκρυα
τῆς μάνας του.
Τὸν κυνήγησε
μέσ ̓ στὸ λόγγο, τὸν ἔφτασε καὶ τοῦ μιλοῦσε. Ἐπὶ τέλους, ὕστερα ἀπὸ δυὸ ὧρες, τὸν πῆρε στὴν ἀγκαλιά, τὸν ἔφερε πίσω καὶ τὸν πῆγε στὸ σχολειὸ νὰ μάθη
γράμματα. Τὸ ἐ- πεισόδιο αὐτὸ μνημονεύει
μὲ συγκίνησι ὁ ἱεράρχης
λέγοντας· Στὴ μητέρα μου ὀφείλω τὸ πᾶν.
•Νά
λοιπὸν οἱ μυροφόρες. Ὅλες αὐτὲς ποὺ ἀνέφερα
καὶ ἀκόμα ἡ παρθένος ἡ ἀφιερωμένη στὸ Θεό, ποὺ λειτουργεῖ εἴτε σὲ μοναστήρι
εἴτε σὲ ἀδελφότητα, εἶνε οἱ μυροφόρες
τῶν ἡμερῶν μας.
Πρὶν τελειώσω,
ἀπευθύνω
τὸν λόγο πρὸς τὶς γυναῖκες καὶ λέγω σ ̓ αὐτές·
Γυναῖκες τοῦ νῦν αἰῶνος τοῦ ἀπατεῶνος, πρότυπά
σας δὲν εἶνε τὸ Χόλλυγουντ καὶ τὸ Παρίσι·
πρότυπά σας εἶνε οἱ Ἑλληνίδες προμήτορές σας καὶ οἱ Μυροφόρες
τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ συνώδευσαν τὸν Κύριο
μέχρι ἀποκαθηλώσεως. Σεῖς γεννᾶτε τέκνα,
σεῖς παρηγορεῖτε τὸν σύζυγο, σεῖς μᾶς συνοδεύετε
ἀπὸ τὸ λίκνο
μέχρι τὸν τάφο, σεῖς εἶστε ἐκεῖνες ποὺ πλάθουν χαρακτῆρες, σεῖς δημιουργεῖτε τὸ μέλλον,
σεῖς εἶστε οἱ βασίλισσες τῶν κατ ̓ οἴκων ἐκκλησιῶν. Βαδίστε
τὸ δρόμο σας ἀνεπηρέαστες ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου.
Ζοῦμε σὲ ἐποχὴ ποὺ οἱ ἄνθρωποι εἶνε γεμᾶτοι τραύματα. Πολλοὶ εἶνε οἱ ἐσταυρωμένοι.
Στὸ Γολγοθᾶ ἦταν Ἕνας, ἀλλὰ στὸν κόσμο σήμερα εἶνε πολλοί, σταυρωμένοι καὶ τὰ καρφιὰ τῆς συκοφαντίας
καὶ διαβολῆς, τῶν ποικίλων περιπετειῶν, τῆς φτώχειας,
τῆς χηρείας, τῆς θυσίας… Οἱ σταυρωμένοι
περιμένουν ἀποκαθήλωσι. Ἐμπρός, γυναῖκες, σπεύσατε
ὅπου βρῆτε τὸν σταυρωμένο
συνάνθρωπο, εἴτε στὰ νοσοκομεῖα, εἴτε στὰ ὑπόγεια, εἴτε σὲ κελλιὰ κρατουμένων, ἐκεῖ ποὺ δὲν φτάνει
ἀκτίνα
ἥλιου.
Ὦ ἀγάπη γυναικῶν, κατεβῆτε τὰ σκαλοπάτια
τῶν κατέργων, τῶν φυλακῶν, καὶ φέρτε
ἐκεῖ τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου,
καὶ κάνετε τὶς ἀπογοητευμένες ψυχὲς νὰ ποῦν κι αὐτὲς «Χριστὸς ἀνέστη»!
(†) ἐπίσκοπος
Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Ἀθανασίου
Ἄνω Κυψέλης
- Ἀθηνῶν τὴν 27-4-1969 πρωὶ μετὰ χειροκροτήματος.
Καταγραφὴ καὶ σύντμησις μὲ νέο τώρα τίτλο 13-3-2026.

