Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

Ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ, ἡ κάθοδος εἰς τόν Ἅδην!

 


Τοῦ κ. Δημητρίου Β. Ἐμμανουήλ

  «Τελικὰ ἀμφιβάλλει ὁ διάβολος ποιὸς εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Γιατί; Διότι… θὰ τὸ πῶ ἄλλη μία φορά, δὲν εἶχε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Καὶ τότε ἐσταύρωσε τὸν Κύριον. Δηλαδὴ ὁ διάβολος ἐσταύρωσε τὸν Κύριον. Ναί. Διότι ὄργανά του στάθηκαν οἱ ἄρχοντες τοῦ λαοῦ. Καὶ στάθηκαν ὄργανα τοῦ σατανᾶ, ἐπειδὴ τοῦ ἔμοιαζαν, εἶχαν φθόνο. Καὶ ὁ διάβολος ἔχει φθόνο καὶ τοὺς χρησιμοποίησε σὰν ὄργανά του. Ἔτσι βλέπει κανένας, ἀγαπητοί, ὅτι τελικὰ ἡ προφητεία δὲν μπορεῖ νὰ γίνει κατανοητή, ἔξω ἀπὸ τὸν χῶρον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μόνον ὅταν ὁ διάβολος ἔλαβε πεῖραν ἀπὸ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη, τότε ἀντελήφθη μὲ Ποιὸν εἶχε νὰ κάνει. Ἀλλὰ γι’ αὐτὸν ἦταν πιὰ πολὺ ἀργά. Ἤδη εἶχε καταβληθεῖ. Τὸν εἶχε ἤδη νικήσει ὁ Κύριος». (π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος)

  Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

  Ἡ μεγάλη ἡμέρα τῆς τοῦ Λαζάρου ἀναστάσεως ἤγγικε, καὶ ὁ λόγος τοῦ Κυρίου πρὸς τὴν Μάρθα γίνεται θεμέλιος λίθος αὐτῆς τῆς συγγραφῆς, ποὺ ὡς σκοπὸ ἔχει νὰ παρακινήσει τὴν Ἱ.Σ. ἀλλὰ καὶ τὴν Δ.Ι.Σ. ἐναντίον τῆς δυσσεβοῦς θεωρίας τοῦ ἐπισκόπου Γρηγορίου Παπαθωμᾶ περὶ τῆς δῆθεν «νίκης τοῦ Διαβόλου κατὰ τοῦ Χριστοῦ», λόγῳ τοῦ (σταυρικοῦ) θανάτου Αὐτοῦ. «Εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ἐγὼ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἄν ἀποθάνῃ, ζήσεται καὶ πᾶς ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα. Πιστεύεις τοῦτο;» (Ἰωάν. ια΄ 25-26). Λοιπόν,

1. «Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑΣ»

«Μόνον ὅταν ὁ διάβολος ἔλαβε πεῖραν ἀπὸ τὴν κάθοδον τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη. Τότε ἀντελήφθη μὲ Ποιὸν εἶχε νὰ κάνει.»

Ἀκούσαμε τὸ «ὅταν» καὶ τὸ «τότε», τοῦ π. Ἀθανασίου… καὶ αὐτὸ ποὺ ἐν πρώτοις ἔχει μεγάλη ἀξία, καὶ πρέπει νὰ ποῦμε εἶναι τὸ ὅλο πλαίσιο τῆς ὁμιλίας τοῦ Πατρός.  Ἔχει ὡς θέμα του τὴν ἀξία τῆς προφητείας, καὶ αὐτὸ ποὺ ἐν προκειμένῳ θὰ πρέπει ὅλοι μας νὰ προσέξουμε εἶναι ὅτι τὰ περὶ «νίκης τοῦ διαβόλου κατὰ τοῦ Χριστοῦ» καταπολεμοῦν καὶ ἀντιμάχονται τὴν Πίστη τοῦ Χριστοῦ, τὴν πίστη τῶν Προφητῶν καὶ τῶν Ἀποστόλων γιὰ τὸν Μεσσία Χριστὸ καὶ κατ’ οὐσίαν αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα!

«Μὴ ξεχνᾶμε – τονίζει ὁ π. Ἀθανάσιος- ὅτι τὸ θεμελιωδέστερο στοιχεῖο τῆς ἀληθείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς, εἶναι ἡ προφητεία.», καὶ διευκρινίζει:

«Ὁ σατανᾶς ὅμως δὲν γνωρίζει τὸ μέλλον. Καὶ συνεπῶς ὁ σατανᾶς δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ ἐκφέρει προφητεία. Καὶ τὴν προφητεία ἀκόμη, ἂν θέλετε, ὁ σατανᾶς δὲν μπορεῖ οὔτε κἄν -τὴν ὑπάρχουσα προφητεία- οὔτε κἄν νὰ τὴν ἑρμηνεύσει σωστά, διότι ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀλλὰ ὁ σατανᾶς δὲν ἔχει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Καὶ συνεπῶς οὔτε τὴν ἑρμηνεία μπορεῖ νὰ κάνει.»,

«Ἔτσι, θὰ λέγαμε, ὅλες οἱ προφητεῖες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐνῶ ἦταν στὴν διάθεσή του -τίνος στὴν διάθεση; Τοῦ σατανᾶ-, ὅμως ἦταν σφραγισμένες. Δὲν μποροῦσε νὰ τὶς ἑρμηνεύσει ὁ διάβολος. Δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβει. Διάβαζε. Μάλιστα, τὴν ξέρει ἀπέξω καὶ ἀνακατωτὰ τὴ Γραφή. Ὅπως τὴν ξέρουν καὶ οἱ αἱρετικοί. Ἅμα δὲν ἔχεις τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, δὲν καταλαβαίνεις τίποτα. Ὄχι τὸ γράμμα. Τὸ Πνεῦμα. Καὶ γιὰ νὰ καταλάβεις τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου, πρέπει νὰ ἔχεις τὸ πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Ἔτσι, δὲν ἔγραφαν οἱ προφητεῖες ποιὸς εἶναι ὁ Ἰησοῦς; Δὲν ἄκουσε ὁ διάβολος: «Σὺ εἶσαι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, εἰς τὸν Ὁποῖον Ἐγὼ ἔχω εὐδοκήσει», κατὰ τὴν Βάπτισιν; Τ’ ἄκουσε ὅλα ὁ διάβολος. Ἐξάλλου, βάσει αὐτοῦ τοῦ τελευταίου δὲν ἦλθε νὰ πειράξει τὸν Κύριον; «Ἐὰν εἶσαι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ- τοῦ λέγει ἐκεῖ στὴν ἔρημο- πὲς οἱ πέτρες νὰ γίνουν ψωμιὰ» μὲ τὸν τριπλὸν ἐκεῖνον πειρασμόν. Τελικὰ ἀμφιβάλλει ὁ διάβολος ποιὸς εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Γιατί; Διότι… θὰ τὸ πῶ ἄλλη μία φορά, δὲν εἶχε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Καὶ τότε ἐσταύρωσε τὸν Κύριον.»!

Συμπέρασμα: Ὅπως ὁ Διάβολος, ἔτσι καὶ οἱ πάσης φύσεως αἱρετικοί! «Ἅμα δὲν ἔχεις τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, δὲν καταλαβαίνεις τίποτα.», καὶ τότε ἀλίμονό σου! «Ὢ ἀλίμονό σου -λέγει ὁ π. Ἀθανάσιος-, ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς νὰ ἔλθει ἐπάνω σου τὸ πνεῦμα τῆς πλάνης! Καὶ εἶναι φοβερό. Εἶναι, θὰ ἔλεγα, ἡ ἔσχατη τιμωρία ποὺ μπορεῖ νὰ δώσει ὁ Θεὸς εἰς τὸν ὑπερήφανον ἄνθρωπον.» [1].

2. «ΕΙΣ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ»

Πράγματι, «Ὁ διάβολος ἐσταύρωσε τὸν Κύριον» ,καὶ «ὄργανά του στάθηκαν οἱ ἄρχοντες τοῦ λαοῦ»! Καὶ ἰδοὺ τί ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἔχει νὰ μᾶς πεῖ γιὰ τὴν μεγάλη νίκη τοῦ Ἐσταυρωμένου κατὰ τοῦ Διαβόλου.

Τὸ παράδοξο δὲ τῆς ὑπόθεσης εἶναι ὅτι ἡ ἐν λόγῳ ὁμιλία ξεκινᾶ, «ἄρχεται», «διὰ τοῦ εὐαγγελικοῦ χωρίου, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ τοῦ διαμοιρασμοῦ τῶν ἱματίων τοῦ Κυρίου» (γνωστὴ σὲ ὅλους μας προφητεία τοῦ προφητάνακτος Δαυίδ), ὁ δὲ ὁμιλητὴς προκειμένου νὰ «εὕρη τὴν ὀρθὴν ἑρμηνεία τοῦ χωρίου τούτου», καταφεύγει στοὺς ἁγίους, σ’ αὐτοὺς δηλ. πού ἔχουν γιὰ ὁδηγὸ τους τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον! «Ἀδύνατον νὰ ψεύδεται ὁ Θεός», τονίζει καθὼς ἐπικαλεῖται τὴ μαρτυρία τοῦ ἀπ. Παύλου… καὶ «Εἰς τὴν συνέχειαν» (πρὶν δηλ. εἰσέλθει στὸ κυρίως θέμα «τῶν παθημάτων τοῦ Κυρίου», καὶ «εἰς τὴν ὁριστικὴν κατάλυσιν τῆς ἐξουσίας τοῦ θανάτου») ἀναφέρεται διεξοδικὰ στὰ «περὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ Θεοῦ καθὼς καὶ τῶν προφητειῶν ποὺ ἀναφέρονται στὸ ἀπολυτρωτικὸν ἔργον τοῦ Χριστοῦ», «καὶ ἔτσι», εἰσάγει τὸν ἀκροατὴ «προοδευτικῶς εἰς τὸ κύριον θέμα τῆς ὁμιλίας» [2/Εἰσαγωγή, σελ.8]

Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ «ΕΝΙΚΗΘΗ ΕΙΣ ΟΛΑ ΚΑΙ (ΑΦΟΥ) ΕΧΑΣΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ»

(Φωνὴ Μεγάλου Ἀθανασίου) «Τί ἔπρεπε λοιπὸν νὰ πράξη ὁ ἐχθρός, ὁ ὁποῖ­ος ἔπαθεν αὐτά; Ἔπεσεν ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ἐκδιώχθη ἀπὸ τὴν γῆν καὶ ἀπὸ τὸν ἀέρα

(«ἀλλ’ ἀνέβη εἰς τὸν ἀέρα διὰ τοῦ σταυροῦ, καταδιώκων καὶ ἐκεῖ τὸν ὄφιν, διὰ νὰ ἐκδιώξη καὶ ἀπὸ κεῖ τὸν ἄρχοντα τῆς ἐξουσίας τοῦ ἀέρος καὶ κατανικήση τὰ πονηρὰ πνεύματα, διὰ νὰ μὴ ἀφήση οὔτε καὶ ἀπ’ αὐτὰ ἀθεράπευτον τὴν γῆν.Διότι μὲ τὸ νὰ κρεμασθῆ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, τὸν μὲν ἀέρα ἐκαθάριζε μὲ τὸ ἅπλωμα τῶν χεριῶν, τὴν δὲ γῆν ἀπηλευθέρωνεν, ἀποπλύνων αὐτὴν μὲ τὸ αἷμα καὶ τὸ ὕδωρ τῆς πλευρᾶς του.»), καὶ δι’ αὐτὰ ἐντρέπετο, διότι ἐνῶ ὑπεσχέθη μεγάλα πράγματα, δὲν κατόρθωσε τίποτε. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐνικήθη εἰς ὅλα καὶ ἀφοῦ ἔχασε τὰ πάντα, ἐσκέφθη μήπως ἠμπορέση νὰ διατηρήση τὸν Ἅδην, διότι αὐτὸς ὁ τόπος τοῦ ἔμενεν ἀκόμη. Διά τοῦτο, ἐπειδὴ ἐφοβεῖτο μήπως κατεβῆ καὶ ἐκεῖ ὁ Κύριος καὶ τὸν ἐκδιώξη καὶ ἀπὸ κεῖ, καὶ ἐλευθερώση ὅλους τούς αἰχμαλωτισμένους, ἀνακάτεψε καὶ ἀνακίνησε τὰ πάντα, καλῶν εἰς βοήθειαν τοὺς πάντας, καὶ παρακινῶν πάλιν τοὺς Ἰουδαίους νὰ ὀνειδίζουν τὸν Κύριον, καὶ νὰ τὸν ὑβρίζουν καὶ νὰ τὸν περιγελοῦν… Οἱ μὲν Ἰουδαῖοι λοιπὸν ἐχλεύαζαν τὸν Κύριο, λέγοντες: «Ἐὰν εἶσαι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, κατάβα ἀπὸ τὸν Σταυρὸν» (Μάτθ. 27, 42-43), ὁ δὲ Σωτήρ, ὁ ὁποῖος εἶναι πραγματικὰ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἤθελε νὰ γίνη γνωστὸν ὅτι εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὄχι μὲ τὸ νὰ ἀποφύγη τὸν θάνατον, ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ τὸν ὑπομείνη, καὶ ἔτσι νὰ καταπατήση τὸν θάνατον, δεικνύων ἔτσι ὅτι αὐτὸς εἶναι ἡ ζωὴ (σ.σ. ὅ,τι δηλ. Τὸν ἀκούσαμε νὰ λέγει στὴν Μάρθα. «Ἐγὼ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή… Πιστεύεις τοῦτο;»)»,

«Ὅλα λοιπὸν τὰ ἐκινοῦσε, καὶ ἔδιδεν ὑποσχέσεις ποὺ δὲν θὰ τὰς ἤθελε, παρὰ μόνον διὰ νὰ κατορθώση νὰ μὴ γίνη ὁ Κύριος νεκρός, καὶ κατεβῆ εἰς τὸν Ἅδην»,

«Λοιπὸν δι’ αὐτὸ τὸν κοροΐδευαν, διὰ νὰ μὴ γίνη σωτηρία γιὰ τοὺς ἄλλους.» [2/σ. 73-77].

3. Η «ΥΠΟΨΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ»

(Ὅταν ἔβλεπε τὸν Χριστὸ ὑψωμένο πάνω στὸν Τίμιο Σταυρὸ τοῦ πέρασαν ἀπὸ τὸ μυαλὸ ὁρισμένες προφητεῖες·  «Θὰ ὑψωθῆ, διὰ νὰ μᾶς ἐλεήση» … Καὶ τότε «ὑποπτεύθη»!)

«Ἐπειδὴ δὲ ἔβλεπεν ὅτι ὁλόκληρος ἡ πανοπλία του κατερρίφθη… καταντροπιασμένος πλέον, τοῦ ἐδημιουργήθη ἡ ὑποψία, καθὼς ἔβλεπεν ὅλα αὐτὰ ποὺ συνέβαιναν («ἔχασεν ἀκόμη καὶ τὸν ληστὴν ποὺ ἦτο ἐπάνω στὸν σταυρόν»), ὅτι δὲν μάχεται ἐναντίον τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ. Ἔβλεπε δηλαδὴ ὅτι μὲ τὰ ὅπλα ποὺ ἐπολεμοῦσεν ὅλους, μὲ τὰ ἴδια κατεντροπιάζετο αὐτός, καὶ μᾶλλον ἐνικᾶτο παρὰ ἐνικοῦσε, καὶ ἔτσι πλέον προσπαθοῦσε νὰ ὑποχωρήση, καὶ νὰ γυρίση τὴν πλάτην του διὰ νὰ φύγη. Διότι καθὼς τὸν ἔβλεπε κρεμασμένον, καὶ καταδιώκοντα τὸν θάνατον, ἐφοβήθη μήπως εἶναι αὐτός, διὰ τὸν ὁποῖον ἔχει γραφῆ· ὁ Κύριος «θὰ ὑψωθῆ, διὰ νὰ μᾶς ἐλεήση» (Ἡσ. 30, 18). Καὶ διὰ τοῦτο περισσότερον προσπαθοῦσε νὰ ἐγκαταλείψη τὰ πάντα καὶ νὰ φύγη…» [2/σ. 77-79]

ΜΕΓΑ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΣΤΟΝ ΕΡΓΟΝ

«Ἀλλ’ ὁ Κύριος, ποὺ εἶναι πραγματικὰ Σωτήρ, ἐπειδὴ δὲν ἤθελε νὰ φύγη αὐτὸς ἀβλαβὴς καὶ νὰ ἀφήση ἔτσι τὸ ἰδικὸν του ἔργον ἀτελείωτον, οὔτε νὰ ἀφήση ἐκείνους ποὺ εὑρίσκοντο εἰς τὸν Ἅδην ἐκθέτους εἰς τὸν ἐχθρόν, ἐσχεδίασεν ἕνα μεγάλο καὶ θαυμαστὸν ἔργον».

«Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Κύριος ἔβλεπεν αὐτὸν νὰ φεύγη, διὰ νὰ μὴ πραγματοποιηθῆ τοῦτο καὶ ἀπομακρυνθῆ ὁ ἐχθρὸς ποὺ ὑπεχώρει, ἐφώναξε μὲ ἀνθρωπίνους φωνάς, ποὺ ἔδειχναν καὶ ἀδυναμίαν, λέγων, «Ἐλωΐ, Ἐλωΐ, λημά σαβαχθανί»», δηλαδή, «Θεέ μου, Θεέ μου, διατὶ μὲ ἐγκατέλιπες;». Καὶ αὐτὸ τὸ ἔκανε, διὰ νὰ νομίση ὁ διάβολος, ὁ ὁποῖος εἶχε τρομάξει ἀπὸ τὸν Θεόν, ὅτι ἦτο ἀδύνατος ἄνθρωπος, καὶ ἔτσι νὰ μὴ ἀπομακρυνθῆ, φεύγων. Μὲ αὐτάς λοιπὸν τὰς φωνάς μετεπείσθη ὁ πάγκακος καὶ ἐπλησίασε πάλιν, ἐπειδὴ τὸν εἶδεν ὡσὰν ἄνθρωπον, καὶ τοῦ ἐπετέθη.»,

«(Συμπέρασμα) Ἡ κακία εἶναι τυφλή. Διότι ὁ διάβολος, ἐνῶ ἐνόμισε πὼς θὰ σκοτώση ἕνα, ἔχασε τὰ πάντα, καὶ ἐνῶ ἐνόμισεν ὅτι θὰ τὸν κατεβάση καὶ θὰ τὸν κλείση εἰς τὸν Ἅδην, ἐξεδιώχθη αὐτὸς ἀπὸ τὸν Ἅδην.» [2/σελ. 81-83].

Ἀλήθεια, ἀδελφοί, ὁ ἐπίσκοπος Περιστερίου Γρηγόριος, ἀλλὰ καὶ οἱ τῆς Ἱ.Σ ἀντελήφθησαν μὲ Ποιὸν ΕΧΟΥΝ νὰ κάνουν; Ἂς εὐχηθοῦμε πρὶν “Τὴν κοινὴν ἀνάστασιν…” νὰ ἐκδιώξουν τὸν ἐν λόγῳ Ἱεράρχη.. προκειμένου νὰ εἰρηνεύσει τὸ σκάφος τῆς τοῦ Χριστοῦ ἁγίας Ἐκκλησίας μας. Ἀμήν.

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

«Στὴν Ἐκκλησία μας ἔχουμε δύο τύπους εἰκόνων τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Καὶ οἱ δύο ὅμως τύποι, ἀκολουθώντας τὶς περιγραφὲς τῶν Εὐαγγελίων, δὲν παρουσιάζουν τὴν πραγματικὴ στιγμὴ τῆς Ἀναστάσεως, γιατί ὅπως εἴπαμε ἤδη, ὁ Χριστὸς βγῆκε ἀπὸ τὸν τάφο, ὅταν ἀκόμη ὁ τάφος ἦταν σφραγισμένος μὲ τὴ μεγάλη πέτρα. …Ὁ πιὸ συνηθισμένος ὅμως στὴν Ἐκκλησία μας εἶναι ὁ ἄλλος τύπος ποὺ μᾶς παρουσιάζει τὴν κάθοδο τοῦ Κυρίου στὸν Ἅδη καὶ ἐκφράζει τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας μας γι’ αὐτήν. …Μὲ τὰ δύο Του χέρια ὁ Χριστὸς κρατᾶ τὸ πρῶτα λάφυρα, ποὺ πῆρε ἀπὸ τὸν Ἅδη, τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα, ἢ μόνο τὸν Ἀδὰμ καὶ σὲ παλαιότερες εἰκόνες μὲ τὸ ἄλλο χέρι κρατώντας εἰλητάριο (σύμβολο τοῦ κηρύγματος στὸν Ἅδη) ἢ τὸν Σταυρὸ (σύμβολο τῆς νίκης)».[3]

Πτολεμαΐδα 1 Ἀπριλίου 2026

Σημειώσεις:

[1] aktines.blogspot.com [2] «ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, ΕΡΓΑ 12, ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ’’, ΘΕΣ/ΝΙΚΗ 1977. [3] «Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ», ΓΕΩΡΓΙΟΥ Β. ΜΑΥΡΟΜΑΤΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ‘’ΤΕΡΤΙΟΣ», 1989, Σελ. 99-101.