Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

''Ἑκατὸν πενήντα, σὺν διακόσοι, σὺν δύο· τριακόσες πενηνταδύο (352) ψυχὲς ἔπιασε στὰ δίχτυα τοῦ Χριστοῦ τὸ κήρυγμα τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης!''

Η ΑΓΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ



ΘΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ γιὰ τὴν ἁγία Αἰκατερίνη, ποὺ ἑορτάζει σήμερα.

* * *

Ἡ ἁγία Αἰκατερίνη ἔζησε τὸν τρίτο αἰῶνα μετὰ Χριστόν. Γεννήθηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ὁ πατέρας της Κώνστας, ἐκπρόσωπος τοῦ αὐτοκράτορος, καὶ ἡ μητέρα της ἦταν εἰδωλολάτρες. Ἔτσι καὶ αὐτὴ ἦταν εἰδωλολάτρισσα. Ἀλλὰ εἶχε ἡ μικρὴ κόρη μεγάλη κλίσι στὰ γράμματα. Σπούδασε ὅλες τὶς ἐπιστῆμες καὶ διάβασε τὰ συγγράμματα Ἑλλήνων καὶ Λατίνων. Σὲ ἡλικία δεκαοκτὼ ἐτῶν ἦταν ἡ πιὸ μορφωμένη κόρη τῆς Ἀλεξανδρείας.
Ἀλλὰ καὶ στὸ παράστημα ἦταν μιὰ ὄμορφη γυναίκα ὅλο χάρι. Μὲ τέτοια χαρίσματα, σωματικὰ καὶ διανοητικά, ἦταν περιζήτητη νύφη. Σπουδαῖοι νέοι τὴ ζήτησαν. Ἀλλ᾿ ἐκείνη ἔλεγε, ὅτι δὲν θέλει νὰ παντρευτῇ, παρ᾿ ὅλες τὶς πιέσεις τῶν δικῶν της.
Ἂν κάποιος θέλῃ νὰ παντρευτῇ, εἶνε ἁμαρτία νὰ τὸν ἐμποδίζουμε. Ἀλλ᾿ ἐὰν αὐτὸ εἶνε ἁμαρτία μιὰ φορά, ἑκατὸ φορὲς εἶνε ἁμαρτία νὰ ἐμποδίζουμε ἕναν ἄνθρωπο, ἄντρα ἢ γυναίκα, ποὺ θέλει νὰ δώσῃ τὴν καρδιά του στὸ Θεό. Ὁ γάμος εἶνε ἀσήμι, ἡ παρθενία εἶνε χρυσάφι. Διάλεξε καὶ πάρε. Ἐγώ, τόσα χρόνια ποὺ ὑπηρετῶ τὸν Κύριο, ποτέ μὰ ποτέ δὲν ἐμπόδισα ἄνθρωπο νὰ ἔρθῃ σὲ γάμο. Ἀλλὰ καὶ πάντοτε ὑπεστήριξα γυναῖκες καὶ ἄνδρες ποὺ θέλησαν νὰ ἀφοσιωθοῦνε στὸ Θεὸ καὶ νὰ εἶνε ἱεραποστολικὰ καὶ μοναχικὰ πρόσωπα. Ἐλευθερία ἔδωσε ὁ Θεός· βία ἀπαγορεύεται, ἰδίως στὰ ζητήματα αὐτά.
Τὴν ἐπίεζαν λοιπόν, κακῶς, τὴν ἁγία Αἰκατερίνη. Ἐκείνη δὲ᾿ μισοῦσε τὸ γάμο, ἀλλὰ σὰν πνεῦμα ἀνώτερο ἤθελε νά ᾿νε ἀπερίσπαστη. Καὶ δὲν ὑπάρχει μόνο αὐτὸς ὁ γάμος, ὁ συνηθισμένος. Ἄλλοι παντρεύονται τὴν πατρίδα, ἄλλοι τὴν ἐπιστήμη, ἄλλοι τὴ θρησκεία.
Ἡ ἁγία Αἰκατερίνη, γιὰ νὰ ξεφύγῃ ἀπὸ τὶς πιέσεις, μεταχειρίσθηκε ἕνα εὐφυὲς πρόσχημα. Γιατὶ ὁ Χριστιανὸς εἶνε ἔξυπνος· πρέπει νά ᾿χῃ τὴν ἐξυπνάδα ὄχι τοῦ κόσμου τούτου ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ. Λέει λοιπὸν στοὺς γονεῖς της· ―Ἀφοῦ πιέζετε τόσο, δέχομαι νὰ παντρευτῶ, ἀλλ᾿ ὑπὸ ἕναν ὅρο. ―Ποιόν ὅρο, παιδί μου; ―Ἐὰν βρεθῇ ἕνας νέος ποὺ νὰ εἶνε ἀνώτερος ἀπὸ ᾿μένα στὴν ὀμορφιά, στὰ πλούτη, στὴ γνῶσι καὶ ἐπιστήμη, θὰ τὸν πάρω.
Ἄρχισαν νὰ ψάχνουν· καὶ πολλοὶ παρουσιάστηκαν. Ἄλλοι ἦταν πλούσιοι, ἀλλ᾿ ὄχι ὄμορφοι. Ἄλλοι ἦταν πλούσιοι καὶ ὄμορφοι, ἀλλ᾿ ὄχι μορφωμένοι. Σπάνιο πρᾶγμα καὶ πλοῦτος καὶ κάλλος καὶ μόρφωσι νὰ συναντῶνται σὲ ἕνα πρόσωπο. Ἔτσι δὲ᾿ μποροῦσε νὰ βρεθῇ κανείς, καὶ οἱ γονεῖς ἦταν ἀπαρηγόρητοι.
Τὴν ἔστειλαν σὲ κάποιο φιλόσοφο ἀσκητή, ποὺ ζοῦσε σὲ μιὰ σπηλιὰ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια. Πῆγε καὶ τὸν συμβουλεύτηκε τί νὰ κάνῃ. Ἐκεῖνος τῆς εἶπε· ―Κόρη μου, ἐγὼ ξέρω ἕνα νέο. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος σὰν αὐτὸν στὸν κόσμο. Ὄμορφος, πλούσιος, δυνατός, σοφὸς ὅσο κανείς ἄλλος. Ἡ Αἰκατερίνη ἐνθουσιάστηκε καὶ εἶπε· ―Θὰ ἤθελα νὰ τὸν δῶ. Τῆς λέει ὁ ἀσκητής· ―Θὰ κάνῃς ὅ,τι θὰ σοῦ πῶ; ―Θὰ τὸ κάνω. ―Ἄκουσε λοιπόν (εἶπε ὁ ἀσκητὴς κ᾿ ἔβγαλε ἀπὸ τὸν κόρφο του μιὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας μας μὲ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν). Πάρε αὐτὴ τὴν εἰκόνα, πήγαινε στὸ σπίτι σου, κλείσου στὸ δωμάτιό σου, καὶ προσευχήσου. Καὶ ἡ Παναγία θὰ σοῦ φανερώσῃ τί θὰ κάνῃς.
Πράγματι ἡ Αἰκατερίνη πῆρε τὴν εἰκόνα, κλείστηκε στὸ σπίτι, κ᾿ ἔκανε προσευχὴ πολλή, πέρα ἀπ᾿ τὰ μεσάνυχτα. Κουρασμένη τὴν πῆρε ὁ ὕπνος. Βλέπει τότε ὅραμα. Εἶδε τὴν Παναγία νὰ λάμπῃ σὰν τὸ φεγγάρι καὶ τὸ Θεῖο βρέφος στὴν ἀγκάλη της νὰ λάμπῃ σὰν τὸν ἥλιο· ἀλλὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἀποστρεφόταν νὰ μὴ δῇ τὴν Αἰκατερίνη. Λέει ἡ Παναγία·
―Παιδί μου, κοίταξε τὴν κόρη αὐτή. Ἦρθε ἀπὸ τόσο μακριά· ζητάει νὰ βρῇ κάποιον ποὺ νὰ τὴν ἀγαπάῃ καὶ νὰ ἀφοσιώνεται σ᾿ αὐτήν.
Τὸ Θεῖο βρέφος ἀπήντησε μὲ θυμό·
―Δὲν θέλω νὰ τὴν κοιτάξω.
―Γιατί, παιδί μου; Αὐτὴ εἶνε ἡ πιὸ ὡραία κόρη τῆς Ἀλεξανδρείας.
―Ὄχι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ· εἶνε ἄσχημη (ἤτανε ἀσχήμη, γιατὶ ἀκόμα δὲν εἶχε βαπτισθῆ).
Ἔφυγε κλαμένη ἡ Αἰκατερίνη. Πῆγε στὸν ἀσκητὴ καὶ τοῦ εἶπε τὸ ὅραμα.
―Καλά σοῦ εἶπε, λέει ἐκεῖνος. Γι᾿ αὐτό, ἂν θέ᾿ς νὰ ἀτενίσῃς τὸ Χριστό, νὰ πιστέψῃς σ᾿ αὐτὸν καὶ νὰ βαπτισθῇς.

Σὲ λίγες μέρες
ἡ μεγάλη ἐκείνη προσωπικότης τῆς Ἀλεξανδρείας, βαπτίσθηκε καὶ ἔγινε πλέον Χριστιανή. Τότε εἶδε πάλι ὅραμα. Αὐτὴ τὴ φορὰ τὸ Θεῖο βρέφος τὴν κοίταξε καὶ ἦρθε ὁ παράδεισος στὴν καρδιά της. Ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη ἡ Αἰκατερίνη ἀφωσιώθηκε ἐξ ὁλοκλήρου στὸ Χριστό. Ἔγινε ἱεραπόστολος.
Τό ᾿μαθε ὁ βασιλιᾶς Μαξιμῖνος καὶ τὴν κάλεσε σὲ διάλογο. Στὸ τέλος ἀναγκάστηκε νὰ πῇ· Ἐγὼ δὲ᾿ μπορῶ νὰ τὰ βγάλω πέρα μαζί σου, ἀλλὰ θὰ καλέσω τοὺς σοφοὺς καὶ ἐπιστήμονες, μαθηματικοὺς καὶ φυσικοὺς καὶ ἀστρονόμους, γιὰ νὰ συζητήσῃς μαζί τους.
Τὴν ἄλλη μέρα, ἑκατὸν πενήντα σοφοὶ ἦταν στὸ ἀνάκτορο τοῦ Μαξιμίνου. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ μόνη της ἡ ἁγία Αἰκατερίνη. Ἄρχισε ἡ συζήτησι καὶ διήρκεσε ὅλη τὴ μέρα. Τὰ ἐπιχειρήματα τῶν σοφῶν κατέρρευσαν. Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο φώτισε τὴν ἁγία Αἰκατερίνη καὶ τοὺς ἀπεστόμωσε. Ὁ ἕνας κατόπιν τοῦ ἄλλου εἶπαν· Συμφωνῶ μὲ τὴν Αἰκατερίνη, πιστεύω στὸ Θεὸ τῆς Αἰκατερίνης. Καὶ ὁ βασιλιᾶς; Ἐξαγριώθηκε περισσότερο καὶ διέταξε, νὰ κόψουν μπροστά του τὰ κεφάλια τῶν σοφῶν. Ἔτσι οἱ ἑκατὸν πενήντα ἐκεῖνοι σοφοὶ ὡμολόγησαν τὸ Χριστὸ καὶ μαρτύρησαν.
Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ὁ Μαξιμῖνος ἔρριξε τὴν ἁγία Αἰκατερίνη στὴ φυλακή. Καὶ φυλακισμένη ὅμως εἶχε νέες νίκες. Ἐκεῖ ἔφερε στὴν πίστι πολλοὺς ποὺ ἦρθαν νὰ τὴν ἐπισκεφθοῦν. Μεταξὺ αὐτῶν ἦταν ἡ γυναίκα τοῦ Μαξιμίνου, ἡ βασίλισσα Φαυστίνα, καὶ ὁ σωματοφύλακάς της ἀξιωματικὸς Πορφύριος μαζὶ μὲ διακόσους στρατιῶτες του. Ὅλοι αὐτοί, ἀκούγοντας τὰ λόγια της, πίστεψαν στὸ Χριστό. Ἀλλὰ ὁ Μαξιμῖνος, μὲ σατανικὸ πεῖσμα, ὄχι μόνο ἔμεινε ἀμετάπειστος, ἀλλὰ καὶ διέταξε νὰ ἀποκεφαλισθοῦν καὶ αὐτοὶ ὅλοι. Δὲ᾿ λυπήθηκε οὔτε τὴ γυναῖκα του! Ἑκατὸν πενήντα, σὺν διακόσοι, σὺν δύο· τριακόσες πενηνταδύο (352) ψυχὲς ἔπιασε στὰ δίχτυα τοῦ Χριστοῦ τὸ κήρυγμα τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης!
Μετὰ ἀπὸ λίγο ἔφθασε πλέον τὸ τέλος της. Δὲν σᾶς διηγοῦμαι τὶς λεπτομέρειες. Εἶνε μακρὰ ἡ σειρὰ τῶν βασανιστηρίων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα φοβερώτερο εἶνε ὁ τροχός. Καὶ πέτρα ἀκόμα νά ᾿σαι, θὰ συγκινηθῇς ἂν διαβάσῃς τὸ τέλος τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης. Ἀφοῦ γονάτισε, ὕψωσε τὰ χέρια καὶ προσευχήθηκε γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Ἔπειτα ἔκλινε τὸ κεφάλι καὶ ἀπεκεφαλίσθη. Ἔτσι παρέδωσε τὴν ἁγία της ψυχή, ποὺ σὰν λευκὸ περιστέρι πέταξε στοὺς οὐρανούς.
Τὸ ἱερὸ λείψανό της σῴζεται ἄφθορο. Ὅσοι δὲν πιστεύουν, ἂς πᾶνε νὰ τὸ δοῦν. Βρίσκεται στὸ ὄρος Σινά. Τὴ φωλιὰ αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ μέσα στοὺς αἰῶνας τὴν κρατᾶνε Ἕλληνες μοναχοί. Ἂς εὐχαριστήσουμε τὸ Θεὸ γι᾿ αὐτό. Ἴσως αὐτοὶ εἶνε οἱ τελευταῖοι μοναχοί· γιατὶ τὰ παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος δὲν πηγαίνουν πλέον νὰ γίνουν μοναχοὶ στὸ Σινὰ ἢ στὸ Ἅγιο Ὄρος· προτιμοῦν ἄλλες ἐπιδιώξεις…
Ὡς προσκυνηταὶ πηγαίνουν ἐκεῖ καὶ Ἰσραηλῖτες, καὶ Αἰγύπτιοι, καὶ Βεδουΐνοι, καὶ Γερμανοί, καὶ Ῥῶσοι, γιὰ ν᾿ ἀσπασθοῦν τὰ ἱερὰ λείψανα τῆς ἁγίας, ποὺ τὴν στεφάνωσε ὁ Θεὸς μὲ τρία στεφάνια· τῆς παρθενίας, τοῦ μαρτυρίου, καὶ τῆς σοφίας καὶ ἐπιστήμης.
Ἂν κοιτάξουμε τὴν εἰκόνα της, ἔχει δαχτυλίδι. Τί σημαίνει αὐτό; Στὸ δεύτερο ὅραμα, ποὺ εἶδε, ὁ Χριστὸς τῆς ἔδωσε δαχτυλίδι, ἔγιναν δηλαδὴ ἀρραβῶνες. Ἀρραβῶνες, ποὺ διαφέρουν ἀπὸ τοὺς ἀρραβῶνες τῆς γῆς. Τὴ στιγμὴ ποὺ μιὰ κοπέλλα ἀφιερώνεται στὸ Θεό, ἀρραβωνιάζεται πλέον μὲ τὸ Χριστό, ποὺ εἶνε «ὁ νυμφίος ὁ κάλλει ὡραῖος παρὰ πάντας ἀνθρώπους» (ἀπόστιχα ανων Μ. Τρίτης).

* * *

Ἡ ἁγία Αἰκατερίνη, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἔλεγχος τῆς γενεᾶς μας. Ἔλεγχος πρῶτον τῶν γυναικῶν, διότι ἔχουν τὸ νοῦ τους μόνο στὸ σωματικὸ κάλλος καὶ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὸ ψυχικό. Εἶνε ἔλεγχος δεύτερον τῶν ἀνδρῶν, διότι ἀποδεικνύονται κατώτεροι ἀπὸ τὴ γυναῖκα. Καὶ τρίτον εἶνε ἔλεγχος ἡμῶν τῶν κληρικῶν, διότι δὲν φέρνουμε ψυχὲς κοντὰ στὸ Χριστὸ ὅπως ἐκείνη, ἀλλὰ μᾶλλον διώχνουμε.
Τελειώνω καὶ εὔχομαι, ἀπὸ μὲν τὶς γυναῖκες νὰ ξαναβγοῦν μανάδες ποὺ θ᾿ ἀναθρέψουν ἥρωες, ἀπὸ δὲ τοὺς ἄντρες νὰ βγοῦνε μάρτυρες. Τὸ θαῦμα αὐτὸ τὸ ἐλπίζω ἀπὸ τὴ μάνα, ἀπὸ τὴ γυναῖκα. Ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ἀπομαγνητοφωνημένη μεγάλη ἑσπερινὴ ὁμιλία, στὸν ἱ. ναὸ Ἁγίας Τριάδος Πτολεμαΐδος στὶς 26-11-1978. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 25-11-2001)