Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

(†) επίσκοπος Αυγουστίνος ο Ακρίτας: Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου

''[...]  Καμμιά φορὰ στὸν κόσμο δὲν ἔ­φτασε ἄλλος λαὸς σὲ τέτοια ἀσέβεια καὶ βλασφημία ὅπως ἐμεῖς σήμερα. Τί νὰ τὶς κά­νῃς τὶς ἐκκλησιὲς κι ὅλα τὰ ἄλ­λα;
Ὦ Χριστέ, γενοῦ ἵλεως· ἀμήν.''

- Σ᾽ εὐχαριστοῦμε, Χριστέ, ποὺ μὲ τὸ αἷμα σου μᾶς ἐξαγόρασες καὶ μᾶς ἔ­κανες 

«βασιλεῖς καὶ ἱερεῖς» (Ἀπ. 5,10).



Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου (Α΄ Κορ. 6,12-20)

ΑΚΡΙΒΟΠΛΗΡΩΜΕΝΟΙ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΟΙ


«Ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς» (Α΄ Κορ. 6,20)

Εὐχαριστῶ, ἀγαπητοί μου, τὸν Κύριό μας ποὺ μ᾽ ἀξιώνει νὰ κηρύττω. Θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς μιλήσω ἁπλᾶ.

* * *ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΑιμα Εσταυρ..

























Σήμερα εἶνε ἡ δευτέρα Κυριακὴ τοῦ Τριῳδί­­ου, ἡ Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου. Ὅλα ὅσα λέγον­ται στὴν ἐκκλησία εἶνε ὡραῖα· τὰ λόγια τοῦ ἀ­ποστόλου, τοῦ εὐαγγελίου, τῶν τροπαρίων εἶ­­­νε ὑπέροχα. Ἀπ᾽ ὅλα αὐτὰ θὰ σᾶς παρακαλέ­σω νὰ προσέξετε ἕνα μόνο λόγο τοῦ ἀποστό­λου Παύλου, ὁ ὁποῖος στὸ ἀνάγνωσμα λέει· «Ἠγοράσθητε τιμῆς» (Α΄ Κορ. 6,20). Δυὸ λέξεις εἶ­νε. Ἂν μπορούσαμε νὰ τὶς νιώσουμε, νὰ τὶς πι­στέ­ψουμε, ἡ σωτηρία μας ἦταν ἐξασφαλισμένη.
«Ἠγοράσθητε τιμῆς». Τί σημαίνουν τὰ λόγια αὐτά;
Θὰ προσπαθήσω μὲ δυὸ – τρία παραδείγματα νὰ τὰ καταστήσω σαφῆ.
⃝ Εἶνε κανεὶς ἐδῶ ποὺ νά ᾽χῃ ἕνα παιδί, ὄχι γιατὶ τὸ θέλει ἔτσι –αὐτὸ εἶνε σατανικό, μεγά­λη ἁμαρτία–, ἀλλὰ διότι ἔτσι ἤθελε ὁ Μεγαλο­δύναμος; Ὅποιος ἔχει ἕνα μονάκριβο παιδί, μπορεῖ νὰ σᾶς πῇ πόσο τρέμει μήπως ἀρ­ρωστήσῃ ἢ μήπως πεθάνῃ. Ἐ­ὰν τώρα ὑποθέσου­με τὸ παιδὶ αὐτό, τὴν ὥρα ποὺ παίζει μὲ τ᾽ ἄλλα παιδιά, κάποιος γκάγκ­στερ τὸ πάρῃ, τὸ πάῃ μακριὰ καὶ τὸ κλείσῃ σὲ μιὰ σπηλιά, καὶ στείλῃ μήνυμα στοὺς γονεῖς, «Τὸ παιδὶ τό ᾽χω ἐ­­γώ, τὸ κρατῶ, καὶ ἔχει ζωὴ δυὸ μέρες μόνο· ὕστερα ἀπὸ δυὸ μέρες, ἂν δὲν μοῦ στείλετε στὸ τάδε μέρος χίλιες λί­ρες, θὰ τὸ σκοτώσω», μπορεῖτε νὰ φανταστῆ­τε τί θὰ γίνῃ στὸ σπίτι ἐ­κεῖνο; Ὁ πατέρας θὰ τρέξῃ σὰν τρελλὸς παν­τοῦ σὲ φίλους, θὰ πουλήσῃ ἀκόμα καὶ τὶς βέρες καὶ τὰ εἰκονίσματά του, θὰ βάλῃ ὑποθήκη καὶ τὸ σπί­τι του, θὰ κλάψῃ θὰ παρακαλέσῃ, γιὰ νὰ μαζέ­ψῃ τὸ ποσὸ ποὺ ζητάει ὁ λῃστής. Κι ὅ­ταν βρῇ τὸ ποσὸ καὶ τὸ πάῃ στὸ μέρος ἐκεῖνο καὶ τὸ παιδὶ ἐλευθερωθῇ καὶ γυρίσῃ πίσω, τότε στὸ σπίτι θὰ γίνῃ χαρὰ ἀπερίγραπτῃ. Ναί, τὸ πλήρωσε τὸ παιδί, τὸ πλήρωσε χίλιες λίρες· θὰ ἦταν ἕτοιμος νὰ τὸ πληρώσῃ καὶ μὲ τὸ αἷμα του ἀκόμα, γιὰ νὰ τὸ γλυτώσῃ. Καταλαβαίνου­με λοιπὸν τί θὰ πῇ σκλαβιὰ προσωπική.
⃝ Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, ποὺ κατοικοῦμε στὴ γωνιὰ αὐτὴ ποὺ κάθε πέτρα κρένει καὶ τὸ χῶμα της εἶνε ζυμωμένο μὲ αἷμα, καταλαβαίνουμε ἀ­κόμη τί θὰ πῇ σκλαβιὰ ἐθνική. Ἐκτὸς τῶν ἄλ­λων ἔχουμε σήμερα ἕνα κομμάτι τῆς Ἑλλάδος, κομμάτι ἑκατὸ τοῖς ἑκατὸ ἑλληνικὸ ποὺ πλέει στὸ γαλάζιο, κομμάτι ποὺ ἄντεξε σ᾽ ὅλους τοὺς πειρασμούς· εἶνε ἡ Κύπρος, τὸ νησὶ ποὺ αἰῶ­νες ὁλόκληρους σέρνει τὶς ἁλυσίδες του. Ὅ­λοι μας, δεξιοὶ κι ἀριστεροὶ καὶ ὅλων τῶν χρω­­μάτων, φωνάζουμε «λευτεριὰ στὴν Κύπρο».
⃝ Καταλαβαίνουμε τὴ σκλαβιὰ τοῦ προσώπου, καταλαβαίνουμε τὴ σκλαβιὰ τῆς πατρίδος, κα­ταλαβαίνουμε καὶ τὴ σκλαβιὰ γενικὰ τῶν ἀν­θρώπων, ὅπως εἶνε π.χ. οἱ μαῦροι· κα­ταλαβαίνουμε δηλαδὴ καὶ καταδικάζουμε τὴν κοινωνι­κὴ σκλα­βιά, τὴν ἀδικία καὶ ἐκμετάλλευσι τῶν λε­γομέ­νων προηγμένων τῆς Εὐρώπης εἰς βάρος τῶν θεωρουμένων ἀπολιτίστων ἰθαγενῶν.
Μέχρι ἐδῶ βλέπω ὅτι παρακολουθεῖτε· ἀπὸ ᾽δῶ κ᾽ ἐμπρὸς ὅμως φοβᾶμαι μήπως χασμουρη­θῆτε. Ἄχ νά ᾽δινε ὁ Μεγαλοδύναμος, σήμε­ρα τοῦ Ἀσώτου, ὅπως καταλαβαίνει ἡ μάνα τὴ σκλαβιὰ τοῦ παιδιοῦ, ὅπως καταλαβαίνου­με οἱ Ἕλ­ληνες τὴ σκλαβιὰ τῆς Κύπρου, ὅπως καταλαβαίνουν ὅλοι τὴ σκλαβιὰ τῶν μαύρων ἢ τῶν ἐρ­γατῶν, νὰ καταλάβουμε μιὰ ἄλλη σκλα­βιά – βο­ηθῆστε, ἄγγελοι, νὰ τὴν καταλάβουμε. Ποιά εἶνε ἡ σκλαβιὰ αὐτή; Εἶνε ἡ σκλαβιὰ τῆς ψυχῆς. Ποιός τὸ καταλαβαίνει, ποιός κλαίει; Παραπά­νω ἀπ᾽ ὅλα πρέπει νὰ κλάψουμε γιὰ τὸ πολυτι­μότερο, γιὰ τὴν ἀτίμητη ψυχή μας.
Ἡ ψυχὴ εἶνε σκλάβα. Ποιός θὰ τὴν ἐλευθε­ρώσῃ; ἄγγελος, ἀρχάγγελος, ἄνθρωπος; ἡ ἐπι­στήμη, ἡ γνῶσις, τὸ χρῆμα; Τίποτε ἀπὸ αὐτά. Ἂν μ᾽ αὐτὰ ἡ ψυχὴ μποροῦσε νὰ ἐλευθερω­θῇ, δὲν θὰ κατέβαινε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο.
Ἔφθασα, ἀδελφοί μου, στὸ πιὸ σπουδαῖο σημεῖο τῆς ὁμιλίας. Πῶς νὰ σᾶς τὸ δώσω νὰ τὸ καταλάβε­τε; Ὅταν πᾶτε στὸ σπίτι διαβάστε κάτι ποὺ θὰ σᾶς συστήσω.
Τὸ εἶπα κι ἄλλοτε καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω. Γο­νεῖς, μαζέψτε μέσα ἀπ᾽ τὶς σάκκες τῶν παιδιῶν σας, ὅσο εἶνε ἀκόμα νωρίς, ὅλα τὰ ἀκατάλληλα ἔντυπα, ποὺ δὲν κυκλοφοροῦν οὔτε στὰ ἄ­θεα κράτη. Εἶνε ἄθεοι, ναί, τοὺς κατηγοροῦμε· ἀλλὰ εἶνε ἠθικοί, δὲν ἔχουν τέτοια πρά­γματα. Ἐδῶ κυκλοφοροῦν οἱ πιὸ αἰσχρὲς ταινίες, τὰ πιὸ ἄθλια μυθιστορήματα. Ἔννοια σου, πατέρα, ἀδιαφορεῖς· ἐνδιαφέρεσαι μόνο πῶς θὰ γεμί­σῃ τὸ ἔντερο τοῦ παιδιοῦ σου, νὰ φάῃ καλά, ἀλ­λὰ μὲ τί τρέφεται πνευματικῶς τὸ παιδί σου δὲν σ᾽ ἐνδιαφέρει· θὰ τὸ πληρώσῃς ὕστερ᾽ ἀπὸ λίγα χρόνια μὲ τόκο κ᾽ ἐπιτόκιο.
Λοιπὸν μαζέψτε καὶ κάψτε ὅλα αὐτὰ τὰ ἔν­τυπα πού ᾽νε γεμᾶτα μικρόβια. Καὶ πάρτε στὰ χέρια σας τὰ συναξάρια, τοὺς βίους τῶν ἁγί­ων, τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο. Φτάνει τὸ Εὐαγγέλιο. Πάρε καὶ διάβασε. Τί νὰ διαβάσῃς; Διάβασε τὴν Ἀ­ποκάλυψι, νὰ δῇς ἐκεῖ πράγματα νὰ φρίξῃ τὸ μυαλό σου· κι αὐτὰ ὅλα γίνονται καὶ θὰ γίνουν στὶς ἡμέρες μας. Διάβασε τὸ πέμπτο (ε΄) κεφά­λαιο τῆς Ἀποκαλύψεως. Τί θὰ δῇς ἐκεῖ. Ἐνῷ σειόταν ἡ γῆ, ἄστραφτε καὶ βροντοῦσε ὁ οὐ­ρανός, κ᾽ ἔβγαιναν θεριὰ μέσ᾽ ἀπ᾽ τὴν ἄ­βυσσο, κ᾽ ἡ θάλασσα ἄφριζε καὶ τὰ ποτάμια φούσκωναν καὶ τὰ ἄστρα ἔπεφταν, ξαφνικὰ ὁ ἅγιος Ἰ­ωάννης ὁ εὐαγγελιστής, ἀκούει – τί· ἕνα ὁλό­γλυκο τραγούδι ἐμπρὸς στὴν ἁγία Τριάδα, λὲς καὶ κελαϊδοῦσαν ἀηδόνια – γιατὶ ἡ πατρίδα τῆς μουσικῆς εἶνε ὁ οὐ­ρα­νός. Τί ἔλεγε τὸ τραγού­δι; Ἦταν ὁ ὕμνος τῶν Χριστιανῶν «ἐκ πάσης φυλῆς καὶ γλώσσης καὶ λαοῦ καὶ ἔ­θνους». Γονατιστοὶ ὅλοι μπροστὰ στὸ «ἐ­σφα­γμένον ἀρ­νίον», στὸν θρόνο τοῦ αἰ­ωνίου βασιλέως Χριστοῦ, ἔλεγαν· Σ᾽ εὐχαριστοῦμε, Χριστέ· σ᾽ εὐχα­ριστοῦμε, γιατὶ «ἐσφά­γης καὶ ἠγόρασας τῷ Θεῷ ἡμᾶς ἐν τῷ αἵματί σου» (Ἀπ. 5,6-9). Ἤμασταν σκλαβωμένες ψυχὲς καὶ μᾶς ἐξαγόρασες μὲ τὸ τίμιό σου αἷμα. Μᾶς εἶ­χε μέσα στὴ σπηλιά του ὁ διάβολος, κλεισμένους μέσ᾽ στὰ πάθη μας, κ᾽ ἐσὺ πλήρωσες τὰ λύ­­τρα. Τί πλήρωσε ὁ πατέρας γιὰ νὰ ἐλευθερώ­σῃ τὸ παιδί του; Χρήμα­τα. Καὶ ὁ Χριστὸς τί πλήρωσε; Τὸ τίμιο αἷμα του. Ὅλες τὶς λίρες τῆς Ἀγγλίας, ὅλα τὰ χρήμα­τα ποὺ ἔχουν στὰ σεντούκια τους οἱ ἄν­θρω­ποι, ὅλο τὸ χρυσάφι τῆς γῆς, φέρτε το καὶ βάλτε το στὴ μιὰ μεριὰ τῆς ζυγαριᾶς. Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τί νὰ βάλῃς· ἂν πιστεύῃς, μόλις πέσῃ ἐκεῖ – τί; Μιὰ σταγόνα ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔσταξε ἀπὸ τὶς πληγὲς ποὺ τοῦ ἄνοιξαν ἡ λόγχη καὶ τὰ καρφιά. Αὐτὸ τὸ αἷμα, οἱ σταλαγματιὲς αὐτές, ἀξίζουν παραπά­νω ἀπ᾽ ὅλο τὸ χρυσάφι τῆς γῆς. Αὐτὸ τὸ αἷμα εἶνε ποὺ λυτρώνει, σπάζει ἁλυσίδες. Μόλις πέ­­σῃ μιὰ σταγόνα «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν», ἡ ζυγαριὰ κλίνει πρὸς τὰ ἐκεῖ.
Ἄχ μάτια ἁμαρτωλά, ποὺ βλέπετε τὶς ἀνηθικότητες, εἶστε ἀνάξια νὰ βλέπετε τὸ δισκοπότηρο. Μέσα στὸ δισκοπότηρο δὲν εἶνε ἁ­πλῶς κρασί, δὲν εἶνε ἀ­σήμι καὶ χρυσάφι· εἶνε τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας! Τὸ πιστεύεις; ἔμπα μέσ᾽ στὴν ἐκκλησιά· δὲν τὸ πιστεύῃς; πήγαινε ὅπου θέ᾽ς. Ἕνας νὰ μείνῃ μέσα στὴν ἐκ­κλη­σιά, νὰ συναισθανθῇ, νὰ πονέσῃ, νὰ κλά­ψῃ, νὰ πῇ τὸ «Μνήσθητί μου, Κύριε» (Λουκ. 23,42). Σ᾽ εὐχαριστοῦμε, Χριστέ, ποὺ μὲ τὸ αἷμα σου μᾶς ἐξαγόρασες καὶ μᾶς ἔ­κανες «βασιλεῖς καὶ ἱερεῖς» (Ἀπ. 5,10).
Θέλετε νὰ δῆτε τί ἀξίζει τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ; Ἐλᾶτε στὴν ἐκκλησία τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμ­πτης, ποὺ ὑψώνεται ὁ σταυρὸς τοῦ Κυρίου κ᾽ εἶ­νε τὰ χέρια του καρφωμένα καὶ λέ­γονται τὰ δώδεκα εὐαγγέλια. Πῶς τελειώνει ὅλη ἡ ἀκολουθία; Ἡ Ἐκκλησία μας, ποὺ εἶνε γε­μάτη σοφία, ὅλα αὐτὰ τὰ σφραγίζει μ᾽ ἕνα ἀ­πολυτίκιο· «Ἐξηγόρασας ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας τοῦ Νόμου τῷ τιμίῳ σου αἵματι· τῷ σταυ­ρῷ προσηλωθεὶς καὶ τῇ λόγχῃ κεντηθεὶς τὴν ἀ­θανασίαν ἐπήγασας ἀνθρώποις. Σωτὴρ ἡμῶν, δόξα σοι». Σὰν τὴ μάνα ποὺ πουλάει τὰ δαχτυλίδια της νὰ ξεσκλαβώσῃ τὸ παιδί, σὰν τὸν ἄνθρωπο ποὺ πονάει καὶ πουλάει τὰ πάν­τα νὰ ξεσκλαβώσῃ μιὰ ψυχή, Χριστέ μου, μᾶς ἐξ­αγό­ρασας διὰ τοῦ τιμίου σου αἵματος. Αὐτὸ εἶ­νε, ἀδελφοί μου, τὸ μεγαλεῖο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Χριστέ, ποὺ ἔδωσες τὸν ἀέρα, τὸν ἥλιο, τὰ παιδιά, τὸν κόσμο, Χριστὲ ποὺ ἔ­χυσες τὸ αἷμα σου, σ᾽ εὐχαριστῶ.

* * *

Κ᾽ ἐμεῖς; Ἀνοίγουμε τὸ στόμα μας, λέμε τὸ εὐχαριστῶ; Ἕνα εὐχαριστῶ δὲν λέμε. Ἕνα σκυλὶ ἔχεις στὴν αὐλή σου, τοῦ πετᾷς ἕνα κόκ­καλο καὶ κουνάει τὴν οὐρά του σὰν νὰ σοῦ λέῃ «ἀφεντικό, σ᾽ εὐχαριστῶ»· κ᾽ ἐμεῖς, χειρότερα ἀπὸ τὰ σκυλιὰ ἢ μᾶλλον σὰν σκυλιὰ λυσσασμένα, δαγκώνουμε τὸ χέρι τοῦ κυρίου μας· εἶδα σκυλὶ λυσσασμένο ποὺ δάγκωνε τὸ χέρι τοῦ ἀφεντικοῦ του. Σὰν σκυλιὰ λυσσασμένα γίναμε. Καμμιά φορὰ στὸν κόσμο δὲν ἔ­φτασε ἄλλος λαὸς σὲ τέτοια ἀσέβεια καὶ βλασφημία ὅπως ἐμεῖς σήμερα. Τί νὰ τὶς κά­νῃς τὶς ἐκκλησιὲς κι ὅλα τὰ ἄλ­λα;
Ὦ Χριστέ, γενοῦ ἵλεως· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Α΄ μέρος ἀπομαγνητοφωνημένης ὁμιλίας, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ν. Ἁγ. Ἰωάννου Προδρόμου Ν. Μαδύτου – Ἀθηνῶν τὴν 1-3-1964. Καταγραφή, διαίρεσις, σύντμησις 27-12-2014.
Τὴν ὁμιλία αὐτὴ μπορεῖτε νὰ τὴν ἀκούσετε χωρὶς περικοπὲς μέσα στὸ cd 94α΄Α τῆς σειρᾶς «ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ» (πληροφορίες στὸ τηλέφωνο 23850-28868)