Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Η λέξη ανάθεμα και η σημασία της Τού Αγίου Ιωάννου (Μαξίμοβιτς)


Η λέξη ανάθεμα
και η σημασία της
Τού Αγίου Ιωάννου (Μαξίμοβιτς),
Αρχιεπισκόπου τού Σαν Φρανσίσκο

Πηγή (στα αγγλικά): Περιοδικό Orthodox Life, 1977, No. 2, σελ. 18
Αναδημοσίευση από: http://www.impantokratoros.gr/CBC40D31.el.aspx

Η ελληνική λέξη ανάθεμα, αποτελείται από δύο λέξεις: την ανά, που είναι μία πρόθεση η οποία δεικνύει κίνηση προς τα άνω, και το θέμα, που σημαίνει ένα ξεχωριστό τμήμα από κάτι. Στη στρατιωτική ορολογία θέμα σήμαινε ένα απόσπασμα· στην πολιτική διακυβέρνηση, θέμα σήμαινε μία επαρχία. Τώρα χρησιμοποιούμε τη λέξη «theme», που προέρχεται από το θέμα, για να σημάνουμε μία συγκεκριμένη ενασχόληση [topic] μιας γραπτής και διανοητικής εργασίας.
Κυριολεκτικώς το ανάθεμα σημαίνει την ανύψωση κάποιου ξεχωριστού πράγματος. Στην Παλαιά Διαθήκη αυτή η έκφραση εχρησιμοποιείτο εξ ίσου σε αναφορά προς αυτό που ήταν αποξενωμένο εξαιτίας αμαρτωλότητος, αλλά παρομοίως και προς αυτό που ήταν αφιερωμένο στο Θεό. Στην Καινή Διαθήκη, στα κείμενα τού Αποστόλου Παύλου χρησιμοποιείται άπαξ σε συνδυασμό με το μαράν αθά, που σημαίνει την έλευση τού Κυρίου. Ο συνδυασμός αυτών τών λέξεων σημαίνει χωρισμό μέχρι την έλευση τού Κυρίου· με άλλες λέξεις - το να παραδοθεί κάποιος [ως υπόλογος]* σε Αυτόν (Α΄ Κορ. 16, 22).

Ο Απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί το ανάθεμα σε άλλο μέρος χωρίς την προσθήκη τού μαράν αθά (Γαλ. 1, 8-9). Εδώ το ανάθεμα εκφωνείται εναντίον τής διαστρεβλώσεως τού Ευαγγελίου τού Χριστού όπως αυτό κηρυσσόταν από τον Απόστολο, ανεξαρτήτως από ποιόν θα μπορούσε αυτή [η διαστρέβλωση] να διαπράττεται, είτε από τον ίδιο τον Απόστολο είτε από Άγγελο εξ ουρανού. Σε αυτήν την ίδια έκφραση επίσης υπονοείται: «Ας κατακρίνει ο ίδιος ο Κύριος», διότι ποιος άλλος μπορεί να κατακρίνει τους Αγγέλους;
Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στην Αποκάλυψη (22, 3) λέγει ότι στη Νέα Ιερουσαλήμ δεν θα υπάρχει ανάθεμα· αυτό μπορεί να κατανοηθεί με δύο τρόπους, δίνοντας στη λέξη ανάθεμα και τα δύο νοήματα: 1) δεν θα υπάρχει καμία ανύψωση στην κρίση τού Θεού, διότι αυτή η κρίση έχει ήδη έλθει εις πέρας· 2) δεν θα υπάρχει καμία ιδιαίτερη αφιέρωση στον Θεό, διότι όλα τα πράγματα θα είναι τα ιερά πράγματα τού Θεού, ακριβώς όπως το φως τού Θεού φωτίζει τους πάντες (Απ. 21, 23).
Στα πρακτικά τών Συνόδων και την περαιτέρω πορεία τής τού Χριστού Εκκλησίας τής Καινής Διαθήκης, η λέξη ανάθεμα κατέληξε να σημαίνει τέλειο διαχωρισμό από την Εκκλησία. «Η Καθολική και Αποστολική Εκκλησία αναθεματίζει», «ανάθεμα ούτος έστω», ή «ανάθεμα τούτο έστω», σημαίνει τελεία απόσχιση από την Εκκλησία. Αντιθέτως, σε περιπτώσεις «διαχωρισμού από την κοινωνία τής Εκκλησίας» και άλλων επιτιμίων ή κανόνων μετανοίας εφαρμοσμένων σε ένα πρόσωπο, το ίδιο το πρόσωπο παρέμενε μέλος τής Εκκλησίας, αν και ήταν περιορισμένη η συμμετοχή του στην πλήρη χάριτος ζωή Της. Παρά ταύτα, αυτοί που παρεδίδοντο σε ανάθεμα απεσχίζονταν τελείως από Αυτήν, μέχρι τη μετάνοιά τους. Η επί γης Εκκλησία συνειδητοποιώντας, εν όψει τής ισχυρογνωμοσύνης και σκληροκαρδίας τους, ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτε για τη σωτηρία τους, τους ανυψώνει στην κρίση τού Θεού. Αυτή η κρίση είναι ελεήμων πάνω στους μετανοούντες αμαρτωλούς, αλλά φοβερή προς τους πείσμονες εχθρούς τού Θεού. «Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος ... και γαρ ο Θεός ημών πυρ καταναλίσκον» (Εβρ. 10, 31. 12, 29).
Το ανάθεμα δεν είναι τελεία καταδίκη: μέχρι τον θάνατο είναι δυνατή η μετάνοια. Το ανάθεμα δεν είναι φοβερό επειδή η Εκκλησία εύχεται συμφορές για οποιονδήποτε ή επειδή ο Θεός επιδιώκει την καταδίκη του. Επιθυμούν [ο Θεός και η Εκκλησία] να σωθούν όλοι. Αλλά είναι φοβερό να ίσταται κάποιος έμπροσθεν τής παρουσίας τού Θεού σε κατάσταση αποσκληρυμένου κακού: τίποτε δεν είναι κρυφό από Αυτόν.
«Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος· ούτος Κριτής εστιν ενθυμήσεων και εννοιών καρδίας· μηδείς εισέλθη πειράζων την πίστιν την αμώμητον, αλλ' εν πραότητι και φόβω Χριστώ προσέλθωμεν, ίνα λάβωμεν έλεον και χάριν εύρωμεν εις εύκαιρον βοήθειαν» (Στιχηρά τών Αποστίχων, Εσπερινός τής Κυριακής τών Βαΐων).                               

 

Σημείωση

*. Οι λέξεις στις αγκύλες, όχι στις παρενθέσεις, είναι προσθήκη τής μεταφράσεως.