Δευτέρα 7 Αυγούστου 2017

Ο ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ π. ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΜΑΝΑΔΗΣ (ΠΡΩΤΟΣΥΓΚΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΠΡΕΣΠΩΝ ΚΑΙ ΕΟΡΔΑΙΑΣ) : Ἀδελφοί μου, μὴ γράφετε τόσο εὔκολα καὶ ΑΛΑΘΗΤΑ γιὰ τὸν καθένα, ὅτι εἶναι οἰκουμενιστὴς...

“ΠΕΡΙ ΠΑΠΙΣΜΟΥ”... ΓΡΑΦΕΙ Ο ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ π. ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΜΑΝΑΔΗΣ (ΠΡΩΤΟΣΥΓΚΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΠΡΕΣΠΩΝ ΚΑΙ ΕΟΡΔΑΙΑΣ)



Πτολεμαΐδα 7.8.2017
Πρὸς ὅλους τοὺς ἀγαπητοὺς ἀδελφούς μου.
Ἔρρωσθε ἐν Κυρίῳ.
Ἐπειδὴ κατὰ τὸν τελευταῖο καιρὸ γράφονται ἀβίαστα πολλὰ λόγια βαργιά, τὰ ὁποῖα εὔκολα ὄχι μόνο ἀμφισβητοῦν τὴν ὀρθόδοξο πίστι μας, ἀλλὰ καὶ μᾶς προσβάλλουν εὐθέως… ὡς αἱρετικοὺς στὶς σχέσεις μας μὲ τὸν παπισμό (ποὺ δὲν εἴχαμε ΠΟΤΕ), γιαὐτὸ καὶ ἐπικαιροποιῶ δημοσιεύοντας τὴν παροῦσα 24σέλιδη εἰσήγησί μου μὲ τὰ ἀκριβῆ στοιχεῖα τοῦ καιροῦ της. Δημοσιεύθηκε στὸ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΕΙΣ σελίδες 95-127 ἔκδοσι ΣΤΑΥΡΟΣ Ἀθῆναι 1993.
Μπορῶ νὰ ἀπαντήσω καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα ποὺ γράφονται, ἀλλὰ ὑπομένω. Περνάει ὁ καιρὸς καὶ ὕστερα τὸ μετανοιώνεις! Ἂς ἔχουμε καὶ κάνα χαρτὶ γιὰ τὰ τελώνια, ποὺ μᾶς καρτεροῦν καὶ τὶ θὰ ποῦμε. Εἶεν!
Ἀδελφοί μου, μὴ γράφετε τόσο εὔκολα καὶ ΑΛΑΘΗΤΑ γιὰ τὸν καθένα, ὅτι εἶναι οἰκουμενιστὴς καὶ ….. «ὁ Θεὸς νὰ ἐλεᾶ μας», ποὺ ἔλεγε ἡ ὁσία Σοφία τῆς Κλεισούρας.
Νικηφόρος ἱερομόναχος.
Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ
Εἰσήγησι γενομένη στὸ ΚΓ’ Γενικὸ Ἱερατικὸ Συνέδριο
Ἱ.Μητροπόλεως Φλωρίνης, Πρεσπῶν & Ἑορδαίας
ὑπὸ ἀρχιμ.Νικηφόρου π’’Χρ. Μανάδη
στὶς 25-27.8.1992
«Ἐμοὶ μὲν γὰρ τὸ τοῦ Δημοσθένους ἐπέρχεται λέγειν. «Μὴ ὄφελες λίσσεσθαι, διότι, φησίν, ἀγήνωρ ἐστὶν ὁ ἀνήρ» (Ἰλιάδος Ι 698 ἑ.) Τῷ ὄντι γὰρ θεραπευόμενα τὰ ὑπερήφανα ἤθη ἑαυτῶν ὑπεροπτικώτερα γίνεσθαι πέφυκε. Καὶ γὰρ ἐὰν μὲν ἱλασθῇ ὁ Κύριος ἡμῖν, ποίας ἑτέρας προσθήκης δεόμεθα; Ἐὰν δὲ ἐπιμείνῃ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ, ποία βοήθεια ἡμῖν τῆς δυτικῆς ὀφρύος;» (Μ.Βασιλείου Ἐπιστ 48,2 ΕΠΕ 1,302-304).
«Τοῦ ἐπὶ γῆς Ἑωσφόρου φυσιωθέντος δεινῶς, καὶ θρόνον αὐτοῦ θέντος ὑπεράνω τῶν ἄστρων, πρῶτος σὺ (Φώτιε) ζηλώσας ὡς Μιχαήλ, ἀνεβόησας ἔνδοξε. Στῶμεν καλῶς, στῶμεν πάντες ἐν ταῖς σεπταῖς τῶν πατέρων παραδόσεσι». (Αἶνοι 6ης Φεβρ ἑορτῆς ἱ. Φωτίου).
«Οὐ προτιμήσωμεν ὑμᾶς (τοὺς Λατίνους) τῶν ἁγίων, οὐδὲ τοῦ ἀσφαλοῦς τὸ ἀμφίκρημνον, οὐδὲ τὸν Ῥώμης τοῦ Χριστοῦ, ἄπαγε! (Ἰωσὴφ Βρυέννιος, Τὰ εὑρεθέντα τ.Α’ σελ 353).
«Τὰς δὲ τῶν δυτικῶν διδασκάλων φωνὰς καὶ τὴν αἰτίαν τοῦ Πνεύματος τῷ Υἱῷ διδόασιν, οὔτε γνωρίζω, οὔτε παραδέχομαι, τεκμαιρόμενος ὅτι διεφθαρμέναι εἰσὶ καὶ παρέγγραπτοι, διά τε πολλῶν ἄλλων καὶ διὰ τοῦ χθὲς καὶ πρώην προενεχθέντος παρ’ αὐτῶν βιβλίου, τῆς οἰκουμενικῆς Συνόδου, τὸν ὅρον ἔχοντος μετὰ τῆς ἐν τῷ Συμβόλῳ προσθήκης. Ὅπερ ἀναγνωσθὲν ὁπόσην αὐτῶν αἰσχύνην κατέχεεν, ἴσασιν οἱ παρόντες... Διὰ τοῦτο τὰς τοιαύτας ἐπικινδύνους φωνὰς περὶ τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκπορεύσεως ἀθετῶ» (Μάρκου Εὐγενικοῦ Ὁμολογία τῆς ὀρθῆς πίστεως ἐκτεθεῖσα ἐν Φλωρεντίᾳ, παρὰ Ἀθανασίου Παρίου Ἀντίπαπας σελ 391).
«Τὸν πάπαν νὰ καταρᾶσθε, διότι αὐτὸς θὰ εἶναι ἡ αἰτία. Ὁ ἀντίχριστος ὁ ἕνας εἶναι ὁ πάπας καὶ ὁ ἕτερος εἶναι αὐτὸς ὁποὺ εἶναι στὸ κεφάλι μας ...» (ἐπισκόπου Αὐγουστίνου Καντιώτου Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς σελ 286 καὶ 348).
«Ἀλλὰ καθὼς φαίνεται, ἔμελλε ποτὲ καὶ ὁ θρόνος ἐκεῖνος (τῆς Ρώμης) ... νὰ γένῃ τέλος πάντων καὶ σατανικὸς καὶ ἀποστροφῆς ἐσχάτης, διὰ τὴν ἑωσφορικὴν ἔπαρσιν τοῦ καθημένου ἐπ’ αὐτοῦ... Ἔμελλε, λέγω, ὁ νέος οὗτος ἑωσφόρος (ὁ πάπας) νὰ παραδοθῇ εἰς ἀδόκιμον νοῦν λαλῶν καὶ διδάσκων τὰ μὴ καθήκοντα»(Ἀθανασίου Παρίου Ὁ Ἀντίπαπας σελ 275-276).
«Ἐναντίον τῆς μοναρχικῆς ταύτης, τῆς ἀπολυταρχικῆς ἐξουσίας, τῆς ἀντιχριστιανικῆς ἀξιώσεως τοῦ πάπα, ἐξανίσταται ἡ ὀρθόδοξος συνείδησις. Ἐναντίον τῶν ὑπερφιάλων σχεδίων τῆς Ῥώμης ἠγωνίσθησαν οἱ ἀείμνηστοι Φώτιος, Κηρουλάριος, Βρυέννιος, Μᾶρκος Εὐγενικός, Γ. Σχολάριος...
Ὁ παπισμὸς ὡς διοίκησις εἶνε καρκίνωμα. Ὡς ἰδέα εἶναι ἕνα ψεῦδος, ἕνας μῦθος ποὺ ἔπλασεν ἡ ἀμάθεια καὶ ἀρχομανία τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχόντων τῆς Ῥώμης»(ἐπισκόπου Αὐγουστίνου Καντιώτου Ἀντιπαπικὰ σελ 30).
«Ἡ ἀναγνώριση τοῦ παπισμοῦ συνιστᾶ ἐγκατάλειψη τῆς ἐν Χριστῷ ἀληθείας, ἄρνηση τῆς ἐν ἁγίῳ Πνεύματι ζωῆς καὶ μεταβολὴ τοῦ χριστιανισμοῦ σὲ κοσμικὴ ἰδεολογία» (πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνὸς Ἡ Οὐνία, χθὲς καὶ σήμερα σελ 35).
*****
Σεβασμιώτατε, ἀδελφοὶ καὶ πατέρες,
Τὸ θέμα τῆς εἰσηγήσεώς μου εἶναι «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔναντι τοῦ παπισμοῦ». Γιαὐτὸ ξεκινώντας παρέθεσα ὀχτὼ ἐγγυημένες φωνὲς ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν, ποὺ χαράσσουν τὴν ὀρθὴ γραμμὴ τοῦ θέματος.
Τὸ πρόβλημα τῶν σχέσεων Ὀρθοδοξίας καὶ παπισμοῦ ἔχει τὴν ρίζα του στὸ σχίσμα καθὼς καὶ στὰ αἴτια καὶ στὶς ἀφορμὲς ποὺ τὸ προκάλεσαν. Τὸ συγκλονιστικὸ γεγονὸς τοῦ σχίσματος, ποὺ εἶχε καὶ ἔχει καὶ θὰ ἔχη τραγικὲς συνέπειες γιὰ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πέρασε ἀπὸ ποικίλες ζυμώσεις μέχρι νὰ παγιωθῆ.
Διαφορὲς θεολογικές, ἐκκλησιαστικὲς καὶ πολιτικὲς συνεργάστηκαν, ἔτσι ὥστε νὰ φθάσουμε στὸ σχίσμα.
Τὸ Filioque
Ἡ λατινικὴ θεολογία καὶ φιλοσοφία ξεκινώντας ἀπὸ τὴν ἑνότητα τῆς φύσεως τοῦ Θεοῦ προσπαθεῖ νὰ κατανοήση τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Σαὐτὴ τὴν προσπάθεια ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς μαζὶ φαίνονται σὰν μία ἑνότητα, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐκπορεύεται τὸ ἅγιο Πνεῦμα.
Ἔτσι ἔχουμε τὸ Filioque, τὴν δοξασία δηλαδὴ ὅτι τὸ ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Ὁ σύνδεσμος καίποὺ πάντα δηλώνει πρόσθεσι, ἐδῶ στάθηκε αἰτία διαιρέσεως Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως.
Ἡ Ἑλληνικὴ θεολογία ἀντιθέτως ξεκινώντας ἀπὸ τὴν ἰδιαιτερότητα τῶν τριῶν προσώπων φθάνει στὴν ἑνότητα τῆς φύσεως τοῦ Θεοῦ.
Ἡ θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ θεολόγου παρουσιάζει τὴν μοναρχία τοῦ Πατρὸς ὡς πηγὴ τῆς τελείας ἰσότητος τῶν προσώπων τῆς ἁγίας Τριάδος.
«Γιὰ μᾶς ὅμως ἕνας εἶναι ὁ Θεὸς Πατέρας, ἀπὸ τὸν ὁποῖο προέρχονται τὰ πάντα. Καὶ ἕνας Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, μέσῳ τοῦ ὁποίου ἔγιναν τὰ πάντα. Καὶ ἕνα τὸ ἅγιο Πνεῦμα, μὲ τὸ ὁποῖο συντηροῦνται τὰ πάντα. Τὰ «ἀπὸ τὸν ὁποῖο», καὶ τὸ «μέσῳ τοῦ ὁποίου», καὶ τὸ «μὲ τὸ ὁποῖο», δὲν διαχωρίζουν φύσεις, ἀλλὰ χαρακτηρίζουν ἰδιότητες τῆς μίας καὶ ἀσυγχύτου φύσεως. Αὐτὸ γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὸ ὅτι πάλι συνάγονται σὲ ἕνα ... Ὁ Πατέρας εἶναι Πατέρας καὶ ἄναρχος. Δὲν προέρχεται ἀπὸ κάποιον. Ὁ Υἱὸς εἶναι Υἱὸς καὶ δὲν εἶναι ἄναρχος, διότι προέρχεται ἀπὸ τὸν Πατέρα. Ἂν βέβαια προσέχεις τὸ ξεκίνημά του στὸν χρόνο, τότε εἶναι ἄναρχος. Τὸ Πνεῦμα εἶναι πραγματικὰ ἅγιο Πνεῦμα. Προβάλλεται μὲν ἐκ τοῦ Πατρός, ἀλλὰ ὄχι υἱϊκῶς, οὔτε γεννητῶς, ἀλλὰ ἐκπορευτῶς... Ὥστε λοιπόν, Ἕνας εἶναι ὁ Θεός σὲ τρία πρόσωπα, ἀλλὰ τὰ τρία εἶναι Ἕνα... (Γρηγορίου Θεολόγου Εἰς τὰ ἅγια Φῶτα 12, ΕΠΕ 5,92-94).
«Σᾶς δίνω ὡς συντροφιὰ καὶ προστάτιδα ὅλης τῆς ζωῆς σας τὴν μία θεότητα καὶ δύναμι, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἑνωμένη στὰ τρία πρόσωπα καὶ συγχρόνως τὰ τρία τὰ ἔχει ξεχωριστά. Αὐτὴν ποὺ δὲν ἔχει διαφορὲς στὶς οὐσίες ἢ στὶς φύσεις. Αὐτὴν ποὺ δὲν αὐξάνει, οὔτε μειώνεται μὲ ὑπερβολὲς ἢ μειώσεις...» (Γρηγορίου Θεολόγου λόγος 40, ΕΠΕ 4,364-366).
Τὸ Filioque χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορὰ στὴν Σύνοδο τοῦ Τολέδο τὸ 589 σὰν ἐπιχείρημα γιὰ τὴν καταπολέμησι τῶν ἀρειανῶν, ποὺ ἀμφισβητοῦσαν τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ ἡ ὑπέρβασι ἔγινε ἐσκεμμένα γιὰ τὴν εὐκαιριακὴ ἐξυπηρέτησι σὲ στιγμὴ πολεμικῆς ἀνάγκης. Ἔμεινε ὅμως τὸ Filioque σὰν μιὰ παράδοσι στὴν Ἱσπανία, τὴν ὁποία ἀνέσυρε, ἐπρόβαλλε καὶ ὑπεστήριξε σκόπιμα ὁ Καρλομάγνος. Ἔτσι τὸ Filioque, ποὺ εἰσήγαγε χωρισμὸ στὴν ἁγία Τριάδα, ἔκαμε καὶ τὸν χωρισμὸ στὴν αὐτοκρατορία. Ὁ Καρλομάγνος στέφεται αὐτοκράτωρ στὴ Δύσι καὶ ὅλες οἱ προσπάθειες ἔχουν μιὰ κατεύθυνσι, νὰ κοποῦν οἱ σχέσεις μὲ τὴν Ἀντολή.
Ὁ πάπας Λέων ὁ Γ’ ἀντιδρᾶ καὶ ὁρίζει νὰ χαραχτῆ τὸ κείμενο τοῦ Πιστεύω ἑλληνικὰ καὶ λατινικὰ σὲ δυὸ ἀσημένιες πλάκες χωρὶς τὸ Filioque καὶ νὰ τοποθετηθοῦν στὶς πύλες τοῦ καθεδρικοῦ Ναοῦ τῆς Ρώμης. Παρὰ ὅμως τὶς ὅποιες ἀντιδράσεις ἡ Ρώμη ὑποχώρησε στὸν πειρασμό.
Μὲ ξεκίνημα λοιπὸν τὴν δογματικὴ παρέκκλισι τοῦ Filioque σὰν προσθήκη στὸ Πιστεύω καὶ μὲ ἑωσφορικὸ ὑλικὸ τὴν ἀρχομανία τοῦ παπικοῦ πρωτείου, ἀλλὰ καὶ τὴν φιλοδοξία τῶν ἡγεμόνων τῆς Δύσεως περὶ αὐτοκρατορικοῦ μεγαλείου, φθάσαμε στὸ πρῶτο Σχίσμα ἐπὶ Φωτίου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως καὶ πάπα Ρώμης Νικολάου τοῦ Α’. Ὕστερα δὲ καὶ καὶ στὸ ὁριστικὸ πλέον στὰ 1054 ἐπὶ πατριάρχου Μιχαὴλ Κηρουλαρίου καὶ πάπα Λέοντος Θ’.
Τέλος ὡς αἴτια καὶ ἀφορμὲς γιὰ τὴν παγίωσι τοῦ Σχίσματος μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως στάθηκαν οἱ ἑξῆς διαφορές.
  1. Τὸ Filioque.
  2. Τὸ πρωτεῖο τοῦ πάπα.
  3. Τὸ καθαρτήριο πῦρ.
  4. Τὰ ἄζυμα.
  5. Κατάργησι ἀρχαίων νηστειῶν.
  6. Ραντισμὸς ἀντὶ βαπτίσματος.
  7. Οἱ δεήσεις κατὰ τὴν τέλεσι τῆς θ. Εὐχαριστίας.
  8. Ἡ ὑποχρεωτικὴ καὶ ἀντιευαγγελικὴ ἀγαμία τοῦ κλήρου.
  9. Καινοτομίες στὸ μυστήριο τοῦ εὐχελαίου.
Τὸ ἑωσφορικὸ πρωτεῖο
Γιὰ τὸν ἐπεκτατισμὸ καὶ τὸ ἑωσφορικὸ πρωτεῖο τοῦ πάπα ἔχω μπροστά μου δύο σκίτσα μὲ νόημα. Τὸ πρῶτο εἶναι στὸν καιρὸ ποὺ ἄνοιξε ἡ ὄρεξί του νὰ ἁπλώση τὰ πόδια του πρὸς τὶς Ἀνατολικὲς χῶρες ποὺ ἀπελευθερώθηκαν ἀπὸ τὴν λέπρα τοῦ ἀντίχριστου μαρξισμοῦ. Δείχνει τὸν πάπα προσευχόμενο γονατιστὸ πάνω στὴν Ὑδρόγειο σφαῖρα. Τὸ πρόσωπό του εἶναι στραμμένο πρὸς τὴ Ρώμη. Τὰ μὲν γόνατά του πιέζουν τὰ Βαλκάνια, ἐνῶ οἱ παντόφλες του Πολωνία καὶ Ρωσία. Ἡ δὲ προσευχὴ ποὺ βάζει στὰ χείλη του ὁ πανέξυπνος σκιτσογράφος εἶναι παραλλαγὴ τοῦ Πάτερ ἡμῶν... Λέγει, «Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία ΜΟΥ...». Δηλαδή, ὁ Θεὸς στὸν οὐρανὸ καὶ ὁ πάπας στὴ γῆ, alter Christus, ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω.
Τὸ δεύτερο σκίτσο, ἐξ ἴσου πνευματῶδες καὶ χαρακτηριστικό. Εἶναι ἀπὸ γερμανικὸ περιοδικὸ καὶ δείχνει τέσσερις σκηνές. Στὴν πρώτη ὁ λαϊκὸς βγάζει τὸ καπέλο του ἀπὸ σεβασμὸ πρὸς τὸν παπικὸ ἱερέα. Ὁ ἱερέας βγάζει τὸ καπέλο του στὸν ἐπίσκοπο καὶ ὁ ἐπίσκοπος τὸ βγάζει στὸν πάπα. Ὁ πάπας ὅμως προχωρώντας συναντᾶ τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ μὴ βγάζοντας ἀπὸ σεβασμὸ τὴν τριώροφη τιάρα του αὐτὴ σκοντάφτει στὴν ὁριζόντια κεραία καὶ οὔτε κἂν δίνει σημασία, ἀλλὰ τὴν ἀφήνει νὰ πέση καὶ συνεχίζει ἀγέρωχα.
Αὐτὸν τὸν ἀγέρωχο ἀέρα τοῦ ἑωσφορικοῦ πρωτείου ἅπαξ δημιουργηθέντα φρόντισαν νὰ τὸν ἐνισχύσουν μὲ πολλὰ δεκανίκια, ὥστε ἡ τριώροφη τιάρα, σὰν ἄλλος πύργος τῆς Βαβέλ, νὰ στέκη καὶ νὰ κυριαρχῆ ἡ ἀσυνεννοησία στὸ σῶμα τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Στὴ συνέχεια παρατίθενται δύο κείμενα-δεκανίκια ἐκφωνηθέντα τὸ 1512 στὴ σύνοδο τοῦ Λατερανοῦ.
«Βενάρδος, ἀρχιεπίσκοπος Σπαλάθου εἶπε, Σταθηρῶς κρατεῖ ἡ σὴ ἁγιωσύνη, πάτερ μακαριώτατε, καθὸ κεφαλὴ καὶ κύριος. Ὥσπερ τὸ ἀνθρώπινον σῶμα ἀπὸ κεφαλῆς καὶ πολλῶν μελῶν συνίσταται, ἵνα ἀποτελῇ τὰς διαφόρους ἐνεργείας τῆς φύσεως, οὕτω καὶ ἡ πολεμουμένη Ἐκκλησία παρὰ σοῦ τοῦ ἁγιωτάτου Ἀρχιερέως ὡς ἀπὸ κεφαλῆς καὶ ἀπὸ τῶν λοιπῶν χριστιανῶν ὡς ἀπὸ μελῶν συνίσταται. Τούτου δὲ τοῦ σώματος καὶ Ἐκκλησίας ὑπὸ τῷ σημείῳ τοῦ Χριστοῦ πολεμουμένης ἡ ἐξουσία ἐλευθέρα καὶ ἄκρα, ἣ τε δικαιολογία καὶ αἱ ἡνίαι τῇ σῇ ἁγιωσύνη, ἱερώτατε Ἀρχιερεῦ, παρεδόθησαν...».
«Καὶ ὁ Θωμᾶς Ντεβίο ὁ Καϊτᾶνος εἶπεν. Κατὰ τὸ παράδειγμα τῆς ἐν Οὐρανῷ Ἱεραρχίας ταύτης τῆς ἐν τῇ γῇ, μακαριώτατε, τὴν Ἡγεμονίαν διετάξατο ὁ Θεός. Κατ’ ἐκεῖνο γάρ, οὐχὶ παρὰ πᾶσιν, ἢ παρὰ πολλοῖς, ἀλλὰ παρ’ ἑνὶ τῷ Βικαρίῳ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Κυριακῆς ποίμνης τῷ Ποιμένι συνίσταται. Διότι καθάπερ ἐν τῇ Ἱερουσαλὴμ ἐκείνῃ τῇ ἐν οὐρανοῖς, ἥτις καὶ μήτηρ ἡμῶν ἐστι, εἷς μόνος ἐστὶν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, οὕτως ἐν ταύτῃ τῇ Ἱερουσαλὴμ τῇ θυγατρὶ ἐκείνης, τῇ τῷ αἵματι τοῦ Χριστοῦ ἀρδευομένῃ καὶ ταῖς τῆς μητρὸς λάμψεσι καταυγαζομένῃ, εἷς μόνος Ἡγεμών ἐστι καὶ κύριος, τοῦ Χριστοῦ Βικάριος, καὶ ἄκρος Ἀρχιερεύς, ὧ πάντες οἱ τῆς ἀπ’ Οὐρανοῦ καταβαινούσης Ἱερουσαλὴμ πολῖται καὶ κάτοικοι, οὐ μόνον διῃρημένως ἕκαστοι, ἀλλ’ ἔτι ὡς ὁμοῦ καὶ καθόλου πάντες ὑποτάσσεσθαι ὀφείλουσι... Περίζωσαι, πάτερ ἅγιε, τὴν ρομφαίαν σου...Ταύτην τοίνυν τῆν ῥομφαίαν, ἣ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας ἐστί, περίζωσαι, δυνατέ, ἐπὶ τὸν μηρόν σου, τοὐτέστιν ἐπὶ πάσας τὰς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἐξουσίας».
«Καὶ Χριστοφόρος Μάρκελλος εἶπε πρὸς τὸν πάπαν Ἰούλιον. Σοὶ τῷ καλλίστῳ καὶ μεγίστῳ Ἡγεμόνι φαιδρᾷ δουλεῦσαι τῇ ψυχῇ ἐπὶ τὴν σὴν βασιλείαν παμπληθεὶ προστρέχει, καὶ δὴ εἰς τοὺς ἁγίους σου πόδας κυλιομένη ἡ Ἐκκλησία κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον βοήθεια ἐξαιτεῖ, καὶ εὐδοκεῖ πρὸς σέ, ὦ Ἰούλιε μακαριώτατε ποιμήν, ἱκετεύουσα ὡς πρὸς ἀληθινὸν Ἡγεμόνα, διαυθεντευτὴν καὶ πατέρα καὶ νυμφίον προστρέχει. Ἐπιμελήθητι, μακαριώτατε πάτερ, ἵνα τῆς σῆς Νύμφης τὸ εἶδος καὶ ἡ στολὴ ἐπανέλθῃ, σὺ γὰρ Ποιμήν, σὺ ἰατρός, σὺ κυβερνήτης, σὺ ἐργάτης, σὺ ἄλλος Θεὸς τέως ἐπὶ τῆς γῆς» (Δοσιθέου Ἱεροσολύμων Δωδεκάβιβλος βιβλ. Ι’ 18 ἔκδ. Ρηγοπούλου σελ. 659-661).
Δὲν ὑπάρχει πιὸ ἐμετικὸ κείμενο ἀπὸ τὸ τελευταῖο παράθεμα. Λὲς καὶ «τὸ Πνεῦμα καὶ ἡ νύμφη» λέγοντας «Ἔρχου... ναὶ ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ» (Ἀποκάλυψις 22,17 καὶ 20), σὰν νὰ μὴν τὸ ἀπευθύνουν στὸν Νυμφίο Χριστό, ἀλλὰ στὸν Νυμφίο πάπα! Βαβαί. Παπαῖ. Παπαιάξ! Ἂ πά, πά, πά.
Μὲ τὸ φρόνημα αὐτὸ ὡς στήριγμα γύρω ἀπὸ τὸ πρωτεῖο γεννήθηκε μιὰ λίστα μὲ ὀχτὼ κυριαρχικὰ προνόμια, ποὺ τονίζουν ἔτι περισσότερο τὸν ἑωσφορικό του χαρακτῆρα.
Νά, λοιπὸν τὰ προνόμια αὐτά.
«Εἰς τὴν καθόλου Ἐκκλησίαν ἐστὶ μοναρχία, ἧ μόνος ὁ Πάπας ἐπὶ παντὸς τοῦ κόσμου κοινὸς Ἐπίσκοπος, καὶ πάντας κρίνει καὶ ἐκ τῆς Διοικήσεως ἑτέρων ἐπισκόπων οὓς βούλεται ἐξαιρεῖ, καὶ ὧ πάντας πείθεσθαι ἀνάγκη, ὅθεν ἐγεννήθησαν ἐκεῖνα τὰ ρητὰ παρ’ αὐτοῖς, Μεταφέρει, Καθαιρεῖ, Μερίζει, Ἑνοῖ, Ἐξαιρεῖ, Μεταβάλλει, Ὁρίζει, Κρίνει, Προσάπτει, δηλονότι καθὸ κοινὸς τῆς Οἰκουμένης Ἐπίσκοπος, ᾧ καὶ μόνῳ πάντας ἀνάγκη ὑποκεῖσθαι, ἄνευ γὰρ τούτου οὐκ ἔστι σωτηρίας τυχεῖν.
Δεύτερόν ἐστιν ἡ ἐξουσία τοῦ ἀθροίζειν τὰς Οἰκουμενικὰς Συνόδους.
Τρίτον ἐστὶν ἡ ἐξουσία τοῦ διορίζειν ἀποφασιστικῶς περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πίστεως, καὶ βεβαιοῦν, καὶ ἀνακαλεῖν τὰς ἀποφάσεις τῶν Συνόδων.
Τέταρτόν ἐστιν ἡ ἐξουσία τοῦ μεταλαμβάνειν τὰς Ἐκκλησίας.
Πέμπτον ἐστίν, ὅτι μετὰ τὴν αὐτοῦ ἀπόφασιν οὐδεμία χώρα πλέον Ἐκκλήτου τινός.
Ἕκτον ἐστὶν ἡ ἐξουσία τοῦ συντάττειν νόμους, οἵτινες ἰσχύουσιν δεσμεῖν τὴν συνείδησιν, δηλαδὴ τὸ προσταττόμενον παρὰ τοῦ Πάπα ποιητέον εἰ καὶ σκληρὸν καὶ κατὰ τῆς συνειδήσεώς ἐστιν.
Ἕβδομόν ἐστιν ἡ ἐξουσία τοῦ συγχωρεῖν μετὰ ἐλευθερίας Νόμους, ἀφορισμούς, ἀναθεματισμούς, ἁμαρτήματα.
Ὄγδοόν ἐστιν, ὅτι ὁ Πάπας ὑπ’ οὐδενὸς ἀνθρώπου ἢ Συνόδου ἐπὶ γῆς κριθῆναι δύναται» (Δοσιθέου Δωδεκάβιβλος Ι’, Ε’, ΙΓ’ σελ 642).
Στὶς παραπάνω ἀντιεκκλησιαστικὲς θέσεις περὶ πρωτείου ἀντιπαραθέτω δύο γνῶμες τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ, ποὺ δείχνουν ὅτι ὁ Κύριος δὲν ἐγκατέστησε στὴν Ἐκκλησία του τέτοιου εἴδους αὐτοκράτορα.
Λέγει ὁ ἅγιος Κυπριανὸς στὴν 52η ἐπιστολή του πρὸς Ἀντωνῖνον, «Οὐδεὶς εἷς ἐπίσκοπός ἐστι μονάρχης ἁπάσης τῆς Ἐκκλησίας». «Ἡ ἐπισκοπὴ μία ἐστίν, ἧς τὸ μέρος παρ’ ἑκάστου κρατεῖται». Καὶ πρὸς τὸν ἐπίσκοπο Ρώμης γιὰ κάποιον αἱρετικὸ ἐπίσκοπο ἀκόλουθο τοῦ Νοβατιανοῦ δὲν ἀφήνει κἂν ἐλαχίστη ἔνδειξι περὶ μοναρχίας.«Διὰ τοῦτο, ἀδελφὲ περιπόθητε, πολυπληθές ἐστι τὸ σῶμα τῶν ἱερωμένων, δεσμῷ τῆς ἑνώσεως καὶ τῆς ὁμοφροσύνης συνδεδεμένον, ὥστε εἴτις ἐκ τῆς ἡμετέρας συνοδείας αἵρεσιν ποιῆσαι... βοηθείτωσαν οἱ λοιποί...» (Δωδεκάβιβλος Ι’,Ε΄σελ 645).
Ἡ δὲ γνώμη συγχρόνου Ρώσου θεολόγου γιὰ τὸ θέμα εἶναι ἡ ἑξῆς. «Ἡ βασικὴ ἀρχὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς δομῆς ὁρίζει: ἕνας μόνον ἐπίσκοπος ἐπὶ κεφαλῆς μιᾶς μόνης Ἐκκλησίας, πάνω σὲ ἕναν τόπο. Ἡ μόνη διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐπισκόπων εἶναι ἡ τιμὴ τῆς πρωτοκαθεδρίας. Ἡ Ρώμη ἔπαιξε ἐπὶ χίλια ἔτη τὸν ρόλο τοῦ primus interparis (=τοῦ πρώτου μεταξὺ ἴσων). Μετὰ τὴν ἀπόσχισί της ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη κοινωνία κληρονόμησε ἡ Κωνσταντινούπολι αὐτὴν τὴν τιμή. Ἡ λέξι «πρῶτος» εἶναι ἄσχετη πρὸς ὅποιαδήποτε ποιοτικὴ διάκρισι: «Ὥστε τὸν τῆς πρώτης καθέδρας ἐπίσκοπον μὴ λέγεσθαι ἔξαρχον ἢ ἄκρον ἀρχιερέα ἢ τοιουτότροπον τίποτε» (ΜΘ’ τῆς ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου). Ἀφοῦ ὅλοι ἔχουν λάβει ἀπὸ τὸ ἅγιον Πνεῦμα ἴση χάρι καὶ τὸ ἀξίωμα ὅλων τῶν ἐπισκόπων εἶναι ἐντελῶς ἴσο. Οἱ σχέσεις μεταξὺ τῶν πατριαρχῶν, περιλαναμβανομένου καὶ τοῦ πάπα, ὀφείλουν νὰ εἶναι σχέσεις συναρμογῆς καὶ ὄχι ὑποτέλειας. Τὸ ἐπισκοπικὸ ἀξίωμα ἀντανακλᾶ τὸν «Σύλλογον τῶν δώδεκα Ἀποστόλων». Τὴν θέσι τοῦ Πέτρου, ἱστορικά, τὴν ἔλαβε ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης, ἡ παρουσία ὅμως αὐτὴ δὲν περιλαμβάνει καθόλου οὔτε τὸ ἀλάθητο τῆς διδασκαλίας, οὔτε τὴν δικαιοδοτικὴ ἐξουσία ἐπάνω στὶς Ἐκκλησίες. Καμμία σύνοδος δὲν τὰ ὁμολόγησε αὐτὰ ποτὲ πρὶν ἀπὸ τὴν σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ, κατὰ τὴν ὁποία ἡ ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία χωρίσθηκε ρητὰ ἀπὸ τὴν παράδοσι» (Π. Εὐδωκίμωφ Ἡ Ὀρθοδοξία σελ 178). «Ἡ παράδοσι δὲν γνώρισε ποτὲ καμμία παγκόσμια δικαιοδοσία» (σελ 180).
Ἡ Οὐνία
Ἡ σατανικώτερη μάσκα ποὺ φόρεσε ὁ παπισμὸς γιὰ νὰ ἐξαπατήση καὶ νὰ ὑποτάξη τὴν ὀρθόδοξο Ἀνατολὴ εἶναι ἡ πανούργα μεταμφίεσι μὲ τὸ ἀγαθὸ ὄνομα Οὐνία=ἕνωσι. Ὅλες«οἱ μεθοδεῖες τοῦ κοσμοκράτορος τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου» (Ἐφεσίους 6,11) εἶναι καὶ οἱ μεθοδεῖες καὶ δράσι τῆς Ρώμης ἐναντίον τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας.
Οὐνία ἢ οὐνιτισμὸς εἶναι ἀπὸ τὴ λατινικὴ λέξι unus σλαβικὰ unija=ἕνωσι. Ἐπίσημα χρησιμοποιήθηκε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ ἔτος 1596 στὴν Πολωνία. Οὐνῖτες ὀνομάσθηκαν οἱ «Ὀρθόδοξοι», ποὺ ἀποφάσισαν νὰ ἀναγνωρίσουν τὸν πάπα ὡς πνευματικὴ ἀρχή τους διατηρώντας τὰ λατρευτικά τους τυπικὰ καὶ ἔθιμα. Οἱ οὐνῖτες ἐξωτερικὰ δίνουν τὴν ἐντύπωσι ὅτι δὲν ἄλλαξαν σὲ τίποτα. Εἶναι παλιὰ τέχνη τῶν προβατόσχημων λύκων καὶ τῶν ἐλαφοκυνηγῶν. Οὐνία=θρησκευτικὴ ἀπάτη (ἐπισκόπου Αὐγουστίνου Ἀντιπαπικά, σελ 35 κ. ἑ.).
Ἄλλα ὀνόματα τῆς οὐνίας εἶναι: Βυζαντινόρρυθμοι, βυζαντινοῦ ρυθμοῦ, ἑλληνόρρυθμοι, ἑλληνοκαθολικοί, καθολικοὶ τῆς Ἀνατολῆς. Τὸ τελευταῖο εἶναι τὰ χαρακτηριστικώτερο. Καλλίτερα ἦταν νὰ ὀνομάζονται παπικοὶ τῆς Ἀνατολῆς, διότι τέτοιοι εἶναι. Πλὴν τῶν ἐξωτερικῶν στοιχείων τους, τὰ ὑπόλοιπα εἶναι ἡ διδασκαλία καὶ τὰ δόγματα τοῦ παπισμοῦ, στὰ ὁποῖα καὶ διαφέρουν ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία.
Ἡ οὐνία σὰν μέθοδος καὶ τρόπος ὑποταγῆς, συμπίπτει χρονικὰ, ἴσως ὄχι τυχαῖα, μὲ τὸ ἕτερο ἀπαίσιο κεφάλι τῆς παπικῆς ὕδρας τὴν Ἱερὰ Ἐξέτασι. Καὶ ἡ μὲν Ἱερὰ Ἐξέτασι ἀνέλαβε νὰ στηρίξη τὸν παπικὸ θρόνο κυρίως μὲ τρομοκράτησι καὶ φόνους ἀνυποτάκτων προσώπων. Ὥστε νὰ μὴν τολμᾶ κανεὶς νὰ ἀντιφρονῆ καὶ ἀντιλέγη «στὸν ἐπὶ γῆς μοναδικὸ καὶ ἀλάθητο ἀντιπρόσωπο τοῦ Θεοῦ»!
Ἡ οὐνία πάλι ἀνέλαβε νὰ ξαπλώση τὰ πλοκάμια τοῦ Βατικανοῦ. Ὅπου βέβαια ἦταν ἀπαραίτητη ἡ αἱματεκχυσία, γιὰ νὰ ριζώση ἡ Οὐνία, τὸ ἔπραξαν κι αὐτὸ ἀφειδῶς. Ἐξ ἄλλου τὸ πάνσοφο ἀπόφθεγμα «ὁ σκοπὸς ἁγιάζει τὰ μέσα» εἶναι Ἰησουΐτικο ἐφεύρεμα. Μόνο ποὺ στὴν περίπτωσί μας τὸ αἷμα τῶν ἀνθισταμένων νὰ μὴ δώσουν «γῆν καὶ ὕδωρ» ὑποταγῆς στὸν Ξέρξη τῆς Ρώμης ἦταν ὀρθοδόξων χριστιανῶν.
Ἡ οὐνία ἀνατέθηκε στὰ 1622 στὸ Τάγμα τῶν Ἰησουϊτῶν καὶ εἰδικώτερα στὸν «Ἱερὸ ὀργανισμὸ γιὰ τὴν προπαγάνδα τῆς πίστεως». Παράρτημα αὐτοῦ τοῦ ὀργανισμοῦ εἶναι «ὁ ὀργανισμὸς –pro Orientalis- γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς». Αὐτὸς δρᾶ στὴν Ἀνατολὴ ἀπὸ τὸ 1917 ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ παπισμοῦ. Σὺν τοῖς ἄλλοις στὴ συνεργασία Ἰησουϊτῶν καὶ οὐνίας ὀφείλεται καὶ ὁ μαρτυρικὸς θάνατος τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχη Κυρίλλου Λουκάρεως τὸ 1638.
Σαὐτὴν τὴν ἐκστρατεία γιὰ τὴν κατάληψι τῆς Ἀνατολῆς ἐντάσσεται καὶ ἡ ἵδρυσι στὴ Ρώμη τοῦ Κολλεγίου τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Αὐτὸ ἱδρύθηκε τὸ 1577 μὲ σκοπὸ τὴν ἐκπαίδευσι ἱεραποστόλων γιὰ τὸν ἐκπαπισμὸ τῶν ἑλληνοφώνων περιοχῶν.
Ἡ οὐνία ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐπιδρομὴ αὐτὴ τῶν ἐκπαιδευμένων ἱεραποστόλων χρησιμοποίησε καὶ ὠμὴ βία μετὰ βασανιστηρίων, ὅπου ἀπαιτήθηκε γιὰ τὴν ἐπίτευξι τοῦ μεγάλου σκοποῦ τους! Μὲ τέτοιον τρόπο βάρβαρο ἐπεκράτησε ὁ οὐνίτικος παπισμὸς στὴν ὀρθόδοξη Πολωνία ἐπὶ βασιλείας Σιγισμούνδου (1587-1632). Στὴν συνέχεια μὲ τὴν ἴδια «πετυχημένη μέθοδο» ἐπεκράτησε στὴ Λιθουανία καὶ Οὐκρανία. Μὲ βία κλῆρος καὶ λαὸς ἔγιναν παπικοί. Ὅποιοι εἶχαν τὸ προνόμιο νὰ ἀντιστέκωνται, ὑφίσταντο ποικιλία διωγμῶν. Ἔτσι ἐπεκτάθηκε στὴ Ρουθηνία, Σλοβακία, Τρανσυλβανία, Ρουμανία, Σερβία, Ἀλβανία, Βουλγαρία, Γεωργία, Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, Ἑλλάδα, Μέση Ἀνατολή.
Θὰ ἦταν μακρὸς ὁ λεπτομερὴς κατάλογος τῶν θηριωδιῶν τῆς οὐνίας καὶ μακρότερος τῶν θυμάτων-μαρτύρων, ὅπου ἐπεκράτησε. Ἀναφέρω ἕνα μόνο ντοκουμέντο, ἀπὸ τὰ πολλὰ ποὺ σημείωσε ἡ μαύρη βίβλος τῶν πράξεων τῆς οὐνίας. Εἶναι ἡ προσπάθεια γενοκτονίας τοῦ Σερβικοῦ λαοῦ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ πολέμου 1941-1945. Μὲ τὶς εὐλογίες λοιπὸν τοῦ πάπα Πίου ΙΒ’, ποὺ εἶχε συνάψει κογκορδᾶτο μὲ τὸν ἀντίχριστο Χίτλερ καὶ τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ζάγκρεμπ Ἀλοϊσίου Στέπινακ ἄρχισαν τὰ πογκρόμ=διωγμοὶ τῶν Οὐστάσι ἐναντίον τῶν ὀρθοδόξων Σέρβων. 4 ἐπίσκοποι, 220 κληρικοὶ καὶ 1 ἑκατομμύριο πιστοὶ βασανίστηκαν, ἀκρωτηριάσθηκαν καὶ φονεύτηκαν. Ἀπ’ αὐτοὺς 700.000 μαρτύρησαν μόνο στὸ στρατόπεδο τοῦ Γιασένοβατς. Τὶ λιγότερο τάχα ἔπραξε τὸ ἄλλο θηρίο ὁ Κεμὰλ στὸν Πόντο καὶ στὴ Μικρὰ Ἀσία; Ἑκατοντάδες ναοὶ ὀρθοδόξων γκρεμίστηκαν ἢ ἀχρηστεύθηκαν καὶ πλοῦτος κειμηλίων λεηλατήθηκε. Ἐκφραστὴς τοῦ δαιμονικοῦ πνεύματος τῆς οὐνίας ὁ ἀρχιεπίσκπος Στέπινακ σημειώνει στὸ ἡμερολόγιό του στὶς 27. 3.1941. Εἶναι σὰν νὰ ἀκοῦς «τὸ κατὰ Στέπινακ δαιμονικὸ εὐαγγέλιο»: «Τὸ πνεῦμα τοῦ Βυζαντίου εἶναι τόσο τρομερό, ὥστε μόνο ὁ Παντοδύναμος (μᾶλλον ἐννοεῖ τὸν διάβολο...) θὰ μποροῦσε νὰ ἀντιμετωπίση τὴν πονηριὰ καὶ τὶς μηχανορραφίες αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων (δηλ. τῶν ὀρθοδόξων)... Τὸ σχίσμα (δηλ. ἡ Ὀρθοδοξία) εἶναι ἡ μεγαλύτερη κατάρα τῆς Εὐρώπης, ἀκόμα μεγαλύτερη καὶ ἀπὸ τὸν Προτεσταντισμό. Μ’ αὐτοὺς δὲν σηκώνει οὔτε ἠθική, οὔτε ἀρχές, οὔτε ἀλήθεια, οὔτε ἀξιοπρέπεια» (Γ. Μεταλληνοῦ, Ἡ οὐνία χθές, σήμερα, ἐκδ. Ἁρμός).
Ἂν αὐτὸ δὲν εἶναι βλασφημία τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τὶ ἄλλο μπορεῖ νὰ εἶναι; Τέλος γιὰ ὅλες αὐτὲς τὶς «ὑπεροχώτατες καὶ ἀγγελικὲς ἐκδουλεύσεις του», δηλ. γιὰ τὰ αἵματα τῶν ἄλλων ποὺ ἔχυσε, ὁ ἀξιότιμος κύριος ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Ζάγκρεμπ Ἀλοΐσιος Στέπινακ ἀνακηρύχθηκε «ἅγιος» ἀπὸ τὸ ἀφεντικὸ τοῦ Βατικανοῦ.
Πατριαρχικὲς ἐγκύκλιοι
Ἀπὸ τὸν Μέγα Φώτιο καὶ στὴν συνέχεια δημιουργήθηκε ὀγκώδης φιλολογία γύρω ἀπὸ τὸ σχίσμα καὶ τὶς διενέξεις Δύσεως καὶ Ἀνατολῆς μὲ κυρίαρχο πρόσωπο τὴν «φωτισμένη» Δύσι.
Ἀπὸ μέρους τῶν ποιμένων τῆς Ἀνατολῆς λαμβάνονταν μέριμνα γιὰ τὴν διασφάλισι τοῦ ποιμνίου, γιὰ νὰ μὴν πλανηθοῦν καὶ ξεκλίνουν ἀπὸ τὴν μοναδικὴ Ἀλήθεια. Ἐκδόθηκαν καὶ ἀπεστάλησαν ἐγκύκλιοι. Ἐνδεικτικὰ σταχυολογοῦνται καὶ παρατίθενται περικοπὲς ἀπὸ τὰ κείμενα αὐτά.
1. Πρῶτο εἶναι τοῦ ἁγίου Φωτίου πρὸς τοὺς πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς σχετικὰ μὲ τὴν προσθήκη τοῦ Filiokue«Κοντὰ σὲ ὅλα τὰ ἄλλα (οἱ Λατίνοι) ἐπιχείρησαν νὰ κιβδηλεύσουν μὲ νόθους λογισμοὺς καὶ πρόσθετα λόγια ἀκόμη καὶ τὸ ἅγιο Σύμβολο, τὸ ὁποῖο ἔχει ἀκαταμάχητη ἰσχὺ μὲ τὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Εἶπαν ὅτι τὸ ἅγιο Πνεῦμα δὲν ἐκπορεύεται μόνο ἐκ τοῦ Πατρός, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ...» (Migne P.G. 102,736C).
2. Ὅταν τὸ 1054 οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ πάπα ἀπέθεσαν τὸ ἀφοριστικὸ ἔγγραφο στὴν ἁγία τράπεζα τῆς Ἁγίας Σοφίας, συνεκλήθη Σύνοδος ἐκ 14 ἀρχιερέων καὶ πατριαρχικῶν ἀρχόντων ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ πατριάρχου Μιχαὴλ Κηρουλαρίου. Ἐξέδωσαν Ἀπόφασι ἢ Ἔκθεσι περὶ τοῦ παπικοῦ ἐγγράφου λέγοντας καὶ τὰ ἑξῆς. «Τώρα μερικοὶ ἀσεβεῖς καὶ ἀποτρόπαιοι...ἔφθασαν στὴν θεοφύλακτη πόλι... καὶ εἰσέβαλαν σαὐτὴν σὰν κεραυνὸς ἢ σεισμὸς ἢ χαλάζι, ἢ καλλίτερα σὰν ἀγριόχοιροι... Ἔφθασαν στὸ σημεῖο νὰ ἀποθέσουν γράμμα πάνω στὴν ἁγία τράπεζα τῆς Μ. Τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας, διὰ τοῦ ὁποίου ἐμᾶς ἢ μᾶλλον τὴν Ὀρθόδοξο τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία καὶ ὅλους τοὺς ὀρθοδόξους, ποὺ δὲν ἀκολουθοῦν τὰ ἀσεβήματά τους ἀναθεματίζουν, ἐπειδὴ ἀκριβῶς θέλουμε νὰ εἴμαστε εὐσεβεῖς καὶ ὀρθόδοξοι» (Ἱ. Μονῆς Κουτλουμουσίου Ὁ πειρασμὸς τῆς Ρώμης σελ 46).
Στὸν 16ο-18ο αἰῶνα ἡ ὀρθόξος Ἀνατολὴ χειμάζεται σκληρὰ ἀπὸ δύο ἀντίχριστους, τοὺς μωαμεθανοὺς καὶ τοὺς οὐνίτες.
Ἰδιαίτερα ὑποφέρει ἀπὸ τοὺς οὐνῖτες τὸ πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας, τὸ ὁποῖο ζητεῖ τὴν βοήθεια τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Γιαὐτὸν τὸ λόγο ἀπεστάλη ἐμπεριστατωμένη ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς Ἀντιοχεῖς ὀρθοδόξους κατὰ τὸ ἔτος 1722, γιὰ νὰ στηριχθοῦν στὸ ὀρθόδοξο φρόνημα καὶ νὰ γνωρίσουν τὶς πλάνες τοῦ παπισμοῦ.
«Παρακαλοῦμε, γράφει, ὅλους ἐσᾶς τοὺς χριστιανοὺς τῆς Ἀντιοχείας, ὥστε νὰ μὴ ἐξαπατᾶσθε εὔκολα οὔτε νὰ ἀνοίγετε τὴν ἀκοή σας στὶς κενοφωνίες τῶν Λατίνων... Τὸ αἴτιο, ποὺ κυρίως τοὺς ἀναγκάζει νὰ κάνουν τέτοιες καινοτομίες καὶ νεωτερισμούς, δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ συστήσουν τὴ μοναρχία τοῦ πάπα καὶ νὰ ἀποδείξουν ὅτι μόνος πάπας εἶναι, καθὼς λέγουν, ἡ κεφαλὴ τῆς καθόλου Ἐκκλησίας καὶ βικάριος (=ἀντιπρόσωπος, ἀναπληρωτής) τοῦ Χριστοῦ καὶ μόνος κυρίαρχος καὶ ἐπίσκοπος τῆς οἰκουμένης ὅλης...» (Ὁ πειρασμὸς τὴς Ρώμης σελ 72).
Ὅταν ὁ πάπας Πῖος Θ’ τὸ 1848 διέσπειρε μὲ ἀνθρώπους του ἐγκύκλιο, μὲ τὴν ὁποία καλοῦσε τοὺς ἀνατολικοὺς νὰ ἐπιστρέψουν ἀπὸ τὴν πλάνη τους στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία καὶ κοινωνία μὲ τὸν ἅγιο θρόνο τῆς Ρώμης, τὰ 4 πατριαρχεῖα ἀπάντησαν μὲ κοινὴ ἐγκύκλιο στὴν παπικὴ πρόκλησι.
«Ἀπὸ τὶς αἱρέσεις ποὺ διαδόθηκαν σὲ μεγάλο μέρος τῆς οἰκουμένης, γιὰ λόγους ποὺ γνωρίζει ὁ Κύριος, ἦταν κάποτε ὁ ἀρειανισμός. Σήμερα εἶναι ὁ παπισμός» (Ὁ πειρασμὸς τῆς Ρώμης σελ 87).
Ἐπίσης ἐγκύκλιος ἐξεδόθη καὶ τὸ 1887 καὶ στὶς 24.3.1907 ἐπὶ Ἰωακεὶμ Γ’, ὅταν οἱ οὐνῖτες ἱερεῖς ἄρχισαν ἀνερυθρίαστα νὰ κυκλοφοροῦν μὲ ράσα σὰν ὀρθόδοξοι.
Στὴν Ἑλλάδα ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ὑπὸ τὸν Ἀθηνῶν Θεόκλητο Α’ ἐξέδωσε ἐγκύκλιο στὰ 1903 ἐναντίον τῶν πρακτόρων τῆς οὐνίας.
Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1922 ὁ οὐνίτης ἐπίσκοπος Θεοδωρουπό-λεως, Γώργιος Χαλαβατζῆς, μετέφερε τὴν δρᾶσι του ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι στὴν Ἀθήνα μὲ κοινωνικὴ προσφορὰ στὰ κύματα τῶν ἀνέστιων προσφύγων. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀντέδρασε μὲ ἐγκύκλιο τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου στὶς 7.4.1925.
Ἡ τελευταία λέξι σχετικὰ μὲ τὴ δρᾶσι τοῦ παπισμοῦ στὸν χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας εἰπώθηκε τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας 15.3.1992 στὴν Κωνσταντινούπολι.
«Μετὰ πολλῆς θλίψεως καὶ συνοχῆς καρδίας διαπιστοῦμεν, ὅτι ὡρισμένοι κύκλοι ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας προβαίνουν εἰς ἐνεργείας ἐντελῶς ἀντιθέτους πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ διαλόγου τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀληθείας. Εἴχομεν ἀνέκαθεν εἰλικρινῆ μεθ’ ὅλων ἐπικοινωνίαν... καὶ ἀνεμένομεν, μετὰ τὴν κατάρρευσιν τῶν ἀθεϊστικῶν κομμουνιστικῶν καθεστώτων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τόσον δεινῶς εἶχον διωχθῆ καὶ ταλαιπωρηθῆ πολλαὶ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι, ἀδελφικὴν συμπαράστασιν ἢ τοὐλάχιστον κατανόησιν τῆς ἐπὶ 50 ἢ καὶ 70 ἔτη ἀπηνῶν διωγμῶν δυσχεροῦς, ἐν πολλοῖς δὲ καὶ τραγικῆς ἀπὸ πλευρᾶς οἰκονομικῆς καὶ ποιμαντικῶν προϋποθέσεων, καταστάσεως τῶν ἐν λόγῳ Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
Ἀντὶ τούτου αἱ κατὰ παράδοσιν Ὀρθόδοξοι χῶραι ἐθεωρήθησαν «τόποι ἱεραποστολῆς», καὶ οὕτω δημιουργοῦνται εἰς αὐτὰς ἱεραποστολικὰ δίκτυα, καὶ ἀσκεῖται προσηλυτισμὸς μὲ ὅλας τὰς ἀπὸ δεκαετιῶν παγχριστινικὰς κατακριθείσας καὶ ἀπορριφθείσας μεθόδους, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ποθητῆς πορείας πρὸς τὴν χριστιανικὴν ἑνότητα. Ὅλως ἰδιαιτέρως ἐπισημαίνομεν καὶ καταδικάζομεν τὴν εἰς βάρος τῶν Ἐκκλησιῶν ἡμῶν δρᾶσιν τῶν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ρώμης ἀνηκόντων Οὐνιτῶν εἰς Οὐκρανίαν, Ρουμανίαν, Ἀνατολικὴν Σλοβακίαν, Μ. Ἀνατολὴν καὶ ἀλλαχοῦ... Θεωροῦμεν ἀπαράδεκτον νὰ ἐκλαμβάνωνται αἱ χῶραι αὗται ὡς «χῶρος ἱεραποστολῆς», ἀφοῦ εἰς αὐτὰς τὸ Εὐαγγέλιον ἐκηρύχθη πρὸ πολλῶν αἰώνων, οἱ δὲ πιστοὶ τῶν χωρῶν αὐτῶν ἐθυσίασαν πολλάκις καὶ τὴν ζωήν των ἀκόμη διὰ τὴν πίστιν εἰς τὸν Χριστόν» (Μήνυμα τῶν προκαθημένων τῶν Ἁγιωτάτων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τῆς 15.3.1992).
Ἰωσὴφ Βρυέννιος
καὶ Μάρκος ἡ Εὐγενικὸς
Ἡ ἔντασι τῶν σχέσεων μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως ἐποίκιλλε κατὰ καιροὺς. Τὸν τόνο βέβαια τὸν ἔδινε πάντα ἡ αὐξομειουμένη βουλιμία τῶν παπῶν, ὁπότε ἀνάλογα ἀντιδροῦσε καὶ ἡ Ἀνατολή.
Σαὐτὸ τὸ πρόγραμμα ἐκλατινισμοῦ τῆς Ἀνατολῆς ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀντιστάθηκε δυναμικά, σταθερά, ἀνυποχώρητα.
Τὰ ὅπλα τῆς Ρώμης, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν μόνιμο δόλο, ἄλλοτε ἦταν ὑποσχέσεις γιὰ βοήθεια στὴν ἐπερχόμενη τουρκικὴ θύελλα, ἄλλοτε ἐκστρατεῖες σταυροφόρων τάχα γιὰ ἀπελευθέρωσι τῶν ἁγίων Τόπων, πότε μὲ προσχήματα καὶ πότε ἀπροκάλυπτα, ἀλλὰ πάντα μὲ τὴν ἴδια κρυφὴ διάθεσι ὑποταγῆς καὶ ἐξουθενώσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς.
Στὴν ἀμυντική της ἐπίθεσι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶχε στὸ παρελθὸν ἀξίους καὶ ἁγίους μαχητάς. Πατριάρχες, ἐπισκόπους, ἱερομονάχους, μοναχοὺς καὶ λαϊκούς.
Ξεχωρίζουν ὅμως μερικὰ πρόσωπα, ποὺ στάθηκαν στὸν καιρό τους ἀλύγιστοι ἐκφρασταὶ τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος.
Πρῶτοι σαὐτοὶ τὴν ἱερὰ παράταξι εἶναι Μ.Φώτιος, Μιχαὴλ Κηρουλάριος, Γρηγόριος Παλαμᾶς. Τὴν ἴδια παράδοσι κρατοῦν ὁ ἐπιφανὴς μοναχὸς Ἰωσὴφ Βρυέννιος, ὁ μαθητής του Μάρκος ἐπίσκοπος Ἐφέσου ὁ Εὐγενικός, καὶ ὁ μαθητὴς τούτου Γεννάδιος Σχολάριος. Ἄξιοι μαθηταὶ τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν λίγο ἀργότερα ὁ ἅγιος Διονύσιος Ὀλύμπου καὶ ὁ ἅγιος Νικάνωρ στὴ Ζάβορδα. (Διονυσίου μητρ. Κοζάνης, Ἀκολουθία ὁσίου Νικάνορος, σελ 9-10).
Συνεχισταὶ τοῦ αὐτοῦ φρονήματος εἶναι ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς καὶ ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος μὲ τὴν ἁγία χορεία τῶν κολλυβάδων.
Παρατίθενται ἐν συνεχείᾳ δείγματα αὐτῆς τῆς ἀντιστασιακῆς γραμματείας ἐναντίον τῆς λατινικῆς ἐπιβουλῆς ἀπὸ τὸν Ἰωσὴφ Βρυέννιο καὶ τὸν ἅγιο Μάρκο τὸν Εὐγενικό. Εἶναι πρόσωπα ποὺ διεδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο στοὺς χρόνους λίγο πρὶν τὴν ἅλωσι τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
Σαὐτὴν τὴν περίοδο, ποὺ ἡ Βασιλεύουσα βλέπει μπροστὰ στὴν Κερκόπορτά της νὰ πλανᾶται ἡ σκιὰ τοῦ Πορθητῆ, ἡ χαρακτηριστικώτερη φράσι, ποὺ δείχνει πῶς ἔβλεπαν οἱ Βυζαντινοὶ τοὺς λατίνους, εἶναι ἡ ἑξῆς, «Κρειττότερόν ἐστιν ἰδεῖν ἐν μέσῃ τῇ Πόλει φακιόλλιον βασιλεῦον Τούρκων ἢ καλύπτραν Λατινικήν» (Δούκα Βυζαντινὴ ἱστορία 37). Καὶ οἱ βεζύρηδες τὸν ἴδιο λόγο ἔλεγαν στοὺς κατὰ καιροὺς πρέσβεις τῶν βυζαντινῶν, ὅτι «... κρείττονα θεραπείαν εὑρήσειν τὸν βασιλέα παρὰ τῷ αὐθέντῃ λέγοντες καὶ συμφέρειν τῷ Βασιλεῖ τὴν τοῦ Ἀμηρᾶ φιλίαν τῆς τῶν Λατίνων...».
Ὁ μοναχὸς Ἰωσὴφ ὁ Βρυέννιος (1350-1431) ἀναγνωριζόταν κατὰ τὰ ἔτη 1401-1431 ὡς ὁ κορυφαῖος λόγιος στὴν Κωνσταντινούπολι. Μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ ὡς μαθητὴς μὲν Νικολάου τοῦ Καβάσιλα, ὡς διδάσκαλος δὲ τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ. Στὸν Βρυέννιο ἀνετέθησαν οἱ δύσκολες καὶ ἐμπιστευικὲς ἀποστολὲς στὴν Κρήτη καὶ στὴν Κύπρο, ὅπου οἱ ὀρθόδοξοι ὑφίσταντο τὴν λατινικὴ καταπίεσι. Ὁ Βρυέννιος ἐπελέγη γιὰ νὰ ἀντιμετωπίση σὲ δημόσιο διάλογο τοὺς λατίνους μέσα στὴν Κωνσταντινούπολι.
Στὸ ἐπιτάφιο ἐπίγραμμα ὁ μαθητής του Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς τὸν ὀνομάζει «ἔνθεο σάλπιγγα, Ἰωσὴφ ὁ πυρίπνους, θεηγόρος βρύσις, τοῦ Λόγου πρόμαχος, ἀληθείας στῦλος, ὀρθοδοξίας λύχνος, ἀγαθῶν ἐργάτης, δογματικὸς ἀκριβής, σωφρονιστὴς ἐμμελής, πατὴρ μέγιστος, πατέρων κλέος» (Ἰωσὴφ Βρυεννίου, Τὰ παραλειπόμενα τ. Γ’ σελ 30, ἔκδ. Ρηγοπούλου).
Ἔλεγε λοιπὸν ὁ Βρυέννιος γιὰ τὴν ἀκρίβεια τῶν δογμάτων τῆς ὀρθοδόξου πίστεως.«Ὅπως στὰ βασιλικὰ νομίσματα, ὅποιος ἀλλοιώσει λίγο τὴν εἰκόνα θεωρεῖται κίβδηλο ὅλο τὸ νόμισμα, ἔτσι κι ὅποιος ἀλλοιώσει ἢ ἀνατρέψει λίγο ἀπὸ τὴν ὀρθὴ πίστι τὴν καταστρέφει ὁλόκληρη. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι σὰν τὸ νῆμα τῆς στάθμης. Δὲν δέχεται οὔτε τὸ λιγότερο, οὔτε τὸ παραπανίσιο» (Βρυεννίου τ.Β’ σελ 13).
Γιὰ τὴν προσθήκη τοῦ Filioque εἶπε σὲ διάλογό του μὲ τοὺς λατίνους.
-Λατίνοι: Γιὰ μᾶς θεωρεῖται μικρὸ ἢ καθόλου πρόβλημα ἂν ὁ μέγας ἀρχιερεὺς θελήση νὰ προσθέση κάτι.
-Βρυέννιος: Ἂς γνωρίζετε καλά, ὅτι ἡ βλάβη τῆς προσθέσεως δὲν κάμνει λιγότερο κακὸ ἀπὸ τὸ τόλμημα τῆς ἀφαιρέσεως» (Βρυεννίου τ. Α’ σελ 381).
Ἐρωτώντας τοὺς λατίνους γιὰ ποιὸ λόγο θέλουν τὸν διάλογο, εἶπε. «Πρῶτα ὁ Θεὸς σᾶς ἐρωτῶ, γιὰ ποιὸν σκοπὸ κάματε τέτοιο μεγάλο θαλασσινὸ ταξίδι; Ποιὸ ἀπὸ τὰ δυό; Γιὰ νὰ ἀπολογηθῆτε γιὰ τὰ σφάλματά σας καὶ νὰ μετανοήσετε γιὰ τὰ λάθη, ἢ νὰ προσκαλέσετε καὶ μᾶς στὴ δική σας καταστροφή; Ἂν βέβαια ἤλθατε γιὰ τὸ πρῶτο, τότε καλῶς μᾶς ἤλθατε. Χρωστοῦμε χάρι στὸν Θεό, διότι γνωρίσατε τὴν ἀλήθεια. Ἂν ὅμως εἶναι τὸ δεύτερο, νὰ γνωρίζετε ὅτι κουρασθήκατε ἄδικα. Δὲν θὰ προτιμήσουμε ἐσᾶς ἀντὶ τῶν ἁγίων, οὔτε τὸν κρημνώδη δρόμο ἀπὸ τὸν σίγουρο. Τέλος δὲν θὰ προτιμήσουμε τὸν πάπα τῆς Ρώμης, ἀντὶ τοῦ Χριστοῦ. Ὄχι, ὄχι.»(Βρυεννίου τ.Α’ σελ 353).
Γιὰ τὸ ἀκατόρθωτο τῆς ἑνώσεως μὲ τοὺς λατίνους ὁ Βρυέννιος καταθέτει σειρὰ παρομοιώσεων, γιὰ νὰ καταδείξη αὐτὸ τὸ δύσκολο γεγονός. Λέγει, «Ἀκριβῶς γιαὐτὸν τὸ λόγο εἶναι σὰν νὰ προσπαθοῦμε νὰ κουρέψουμε τὸ λιοντάρι, ἢ νὰ τοξεύουμε στὸν οὐρανό, ἢ νὰ πιάνουμε τὰ σύννεφα μὲ τὰ χέρια μας, ἢ νὰ ἀρμέγουμε τὶς κότες, ἢ νὰ κάνουμε νεῦμα στὸν τυφλό, ἢ νὰ συνομιλοῦμε μὲ νεκρό, ἢ νὰ τραγουδοῦμε μπροστὰ σὲ ἕνα γαϊδούρι, ἢ νὰ σαπουνίζουμε τὴ λάσπη, ἢ νὰ βγάζουμε τὶς τρίχες ἀπὸ τὸ αὐγό, ἢ νὰ ὀργώνουμε καὶ νὰ σπέρνουμε τὴ θάλασσα, ἢ νὰ χτίζουμε μιὰ μεγάλη πόλι στὸν ἀέρα, ἢ νὰ ἐκφωνοῦμε λόγο στὴν ἀκροθαλασσιά, ἢ νὰ μετροῦμε τὴν ἄμμο, ἢ νὰ πλένουμε τὸν αἰθίοπα, ἢ νὰ ξαίνουμε τὴ φλόγα τῆς φωτιᾶς, ἢ νὰ πιάνουμε μὲ δίχτυ τοὺς ἀνέμους, ἢ νὰ φιλοσοφοῦμε μὲ ἀγροίκους, ἢ Κυπρίους-Λατίνους νὰ τοὺς προσδεχόμαστε σὲ ἕνωσι μὲ τοὺς ὀρθοδόξους» (Βρυεννίου τ. Β’ σελ 13).
Στοὺς Κυπρίους ποὺ εἶχαν μείνει ὀρθόδοξοι παραγγέλλει μὲ αὐστηρὴ γλῶσσα, ποιὰ πρέπει νὰ εἶναι ἡ στάσι τους ἔναντι τῶν λατινισάντων ἱερέων. «Καθιστῶ προσεκτικοὺς τοὺς λαϊκοὺς χριστιανοὺς τῆς Κύπρου, ὅσοι δηλαδὴ εἶναι γνήσια τέκνα τῆς Καθολικῆς-Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, νὰ ἀποφεύγουν γρήγορα τοὺς ἱερεῖς ποὺ παραδόθηκαν στὴν λατινικὴ ὑποταγή. Αὐτοὺς νὰ μὴν τοὺς δέχεσθε στὴν ἐκκλησία, οὔτε νὰ παίρνετε ἀπὸ τὸ χέρι τους ἀκόμα καὶ τὴν ἐλάχιστη εὐλογία. Καλλίτερα εἶναι νὰ προσεύχεσθε μόνοι στὸ σπίτι σας, παρὰ νὰ συναχθῆτε σὲ ναὸ μαζὶ μὲ τοὺς λατινόφρονες. Ἂν ὅμως κάμετε ἀλλιῶς, θὰ δεχθῆτε τὴν ἴδια τιμωρία»(Βρυέννιου τ. Β’ σελ26).
Γιὰ τὴν ἱστορία ὁ Βρυέννιος παραθέτει καὶ τὸν ὅρκο ὁμολογίας καὶ ὑποταγῆς ἐπισκόπου, ὅταν προσχωροῦσε στὸν παπισμό. «Ἐγὼ ὁ ...τάδε ἐπίσκοπος αὐτῆς τῆς πόλεως, ἀπὸ αὐτὴν τὴν ὥρα καὶ συνέχεια, ὑποτάσσομαι στὸν θρόνο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης. Ὁμολογῶ ὅτι ὁ πάπας εἶναι ἅγιος. Ὑποτάσσομαι καὶ στὸν κύριό μου τὸν ἀρχιεπίσκοπο τῆς Λευκωσίας καὶ στοὺς διαδόχους του, ποὺ θὰ ἔλθουν κανονικά. Τὸν ἁγιώτατο πάπα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης καὶ τὴν ἀρχιερωσύνη τῶν Λατίνων ἐπισκόπων καὶ ὅλους τοὺς κανόνες τους θὰ φροντίσω νὰ διακονήσω καὶ νὰ βοηθῶ, salvo ordine meo, δηλαδὴ νὰ σώζεται ὅμως ἡ σειρά μου, ὅσο δὲ θὰ βοηθήσω ἐγὼ αὐτόν. Τόσο θὰ μὲ βοηθήση ὁ Θεὸς καὶ τὰ ἅγια Εὐαγγέλια»(Βρυεννίου τ. Β’ σελ 14).
Μὲ τέτοιον δάσκαλο μορφώθηκε καὶ τέτοια γράμματα ἔμαθε ὁ ἕτερος μεγάλος τοῦ ἀντιπαπικοῦ ἀγῶνα ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς 1392-1445).
«Κρατεῖ μὲν Ἄτλας μυθικῶς ὤμοις πόλον,
Κρατεῖ δ’ ἀληθῶς Μάρκος Ὀρθοδοξίαν».
«Τὸ μεῖναι ἐντὸς Ὀρθοδοξίας ὅρων
ἀνατολικοῖς κλῆρος ἐκ Μάρκου μόνου».
«Εἰ μὴ Σαβαὼθ σπέρμα Ὀρθοδοξίας
ἔδωκε Μάρκον, οὐκ ἂν ηὐσεβήσαμεν».
Τὰ ἀνωτέρω εἶναι τρία ἐγκωμιαστικὰ δίστιχα στὸ συναξάριο τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Μάρκου, ποὺ δείχνουν τὴν συμβολή του ἀνθρωπίνως, γιὰ νὰ κρατηθῆ ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ἡ εὐσέβεια στὴν θλιβερὴ Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας.
«-ΜΟΝΑΧΟΣ: Ἀκούω περὶ τούτου τοῦ ἀνδρός, τοῦ Ἐφέσου λέγω, φήμην μεγάλην καὶ ἐπαινετήν.
-ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ: Θαυμάσιος ὁ ἄνθρωπος, πᾶσι πνευματικοῖς χαρίσμασι κεκοσμημένος καὶ παντοίας θείας σοφίας ἀνάπλεως, πρὸ τῆς ἀρχιερωσύνης βίον ἀσκήσας ὁσιακὸν κἀν τῇ συνόδῳ διαπρέψας.
-ΜΟΝΑΧΟΣ: Πῶς οὐ συνηρπάγη καὶ ὁ Ἐφέσου οἷς καὶ οἱ ἄλλοι, ὥστε συναινέσαι;
ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ: Ἐκτὸς παντὸς πάθους ὁ ἀνήρ, μόνῳ προσῳκειωμένος τῷ Θεῷ καὶ αὐτῷ μόνῳ προσανέχων τὸν νοῦν, τῶν δὲ βιοτικῶν ἁπάντων καὶ ὅσα τῇ τοῦ σώματος ἀνάγονται θεραπείᾳ πάμπαν ἐξιστάμενος. Ὁ δὲ τοιοῦτος ἐξορίαν οὐ δέδιε, πεῖναν οὐχ ὑποστέλλεται, οὐ λογίζεται δίψαν, οὐ φρίττει ξίφος, φυλακὴν οὐ δειλιᾷ, τὸν θάνατον εὐεργέτην οἴεται. Τί σοι δοκεῖ βιαιότερον ἄλλο τούτων, ὅπερ ἀναγκάσειν ἔμελλεν αὐτὸν τοῦ ὀρθοῦ φρονήματος ἐκπεσεῖν;» (Δοσιθέου Ἱεροσολ. Τόμος χαρᾶς, σελ 555-556).
Αὐτὰ τὰ ἐγκώμια χρησιμοποιεῖ ὁ Ἱερομνήμων στὸν διάλογό του μὲ κάποιον μοναχό. Ἐκφράζει μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν γενικὴ ἀπήχησι καὶ τὴ βαθειὰ ἱκανοποίησι τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος ἀπὸ τὴν ἀνυποχώρητη στάσι τοῦ ἁγίου Μάρκου στὴν Φλωρεντία.
«Ἦν δὲ ἔξαρχος τοῦ μέρους τῶν Γραικῶν ἀπὸ τῶν ἀρχιερέων ὁ Ἐφέσου Μάρκος... Ὁ Ἐφέσου Μάρκος ἐν Ἑλληνικοῖς μαθήμασι καὶ ὁρίοις τῶν ἁγίων Συνόδων κανὼν καὶ στάθμη ἀπαρέκβατος» (Δούκα Βυζαντινὴ Ἱστορία 31). Ἔτσι τὸν ἐγκωμιάζει ὁ ἱστορικὸς Δούκας, ποὺ εἶναι σύγχρονος τοῦ ἁγίου Μάρκου καὶ μάλιστα αὐτόπτης ἱστορικὸς τῆς Ἁλώσεως.
Παραθέτει δὲ καὶ δύο φορὲς τὴν φράσι «πλὴν Μάρκου», κάτι ποὺ τονίζει τὸ μοναδικὸ μεγαλεῖο τοῦ Μάρκου σἐκείνη τὴ θλιβερὴ Σύνοδο καὶ στὴν θλιβερώτερη ψευτοένωσι.
«Τέλος παυσαμένης τῆς φιλονεικίας, εἰς ἓν ὁμονοήσαντες Ἰταλοὶ καὶ Γραικοὶ πλὴν Μάρκου, ὑπεστρώθη ὅρος... Πάντες οὖν ὑπογράψαντες ἐν αὐτῇ τῇ ὁμολογία, ἐξῆλθον ἐκ τῆς Φλωρεντίας συλλειτουργή-σαντες πρῶτον καὶ συγκοινωνήσαντες καὶ ἀσπασάμενοι ἀλλήλους, πλὴν Μάρκου. Τὸ δὲ κνίζον τοῦ Μάρκου ἦν ἡ προσθήκη τοῦ συμβόλου...» (Δούκα 31).
Ὁμονόησαν ὅλοι πλὴν Μάρκου. Συλλειτούργησαν ὅλοι πλὴν Μάρκου. Ἀλληλοασπάσθηκαν ὅλοι πλὴν Μάρκου. Κι ὅταν ἔμαθε τὰ καθέκαστα ὁ πάπας, εἶπε, «Nihil facimus», δηλαδὴ Ἐποιήσαμεν οὐδέν.
Τὰ γεγονότα πάλι ποὺ ἐκτυλίχτηκαν μὲ τὸν ἐρχομὸ τῆς ἀποστολῆς ἀπὸ τὴν Φλωρεντία κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἀποβιβάσεώς τους στὴν Κωνσταντινούπολι τονίζουν ἀκόμη περισσότερο τὸ μεγαλεῖο τοῦ Μάρκου.
Ἂς ἀκούσουμε πῶς τὰ περιγράφει ὁ ἱστορικὸς Δούκας, ποὺ εἶναι αὐτήκοος μάρτυρας τῶν γεγονότων. «Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς εὐθέως ἀπὸ τῶν τριήρεων ἀποβάντες, καὶ οἱ τῆς Κωνσταντίνου κατὰ τὸ σύνηθες ἠσπάζοντο αὐτούς, ἐρωτῶντες, -Πῶς τὰ ὑμέτερα; Πῶς τὰ τῆς συνόδου; Εἰ ἆρα ἐτύχομεν τὴ νικῶσαν; Οἱ δὲ ἀπεκρίνοντο. –Πεπράκαμεν τὴν πίστιν ἡμῶν, ἀντηλλάξαμεν τῇ ἀσεβείᾳ τὴν εὐσέβειαν, προδόντες τὴν καθαρὰν θυσίαν ἀζυμῖται γεγόναμεν.
Ταῦτα καὶ ἄλλα αἰσχρότερα καὶ ῥερυπασμένα λόγια. Καὶ ταῦτα τίνες; Οἱ ὑπογράψαντες. Ἐν ὅρῳ ὁ Ἡρακλείας Ἀντώνιος καὶ οἱ πάντες. Εἰ γάρ τις πρὸς αὐτοὺς ἤρετο –Καὶ διατὶ ὑπεγράφετε; Ἔλεγον. – Φοβούμενοι τοὺς Φράγκους. Καὶ πάλιν ἐρωτῶντες αὐτούς, εἰ ἐβασάνισαν οἱ Φράγκοι τινά, εἰ ἐμαστίγωσαν, εἰ εἰς φυλακὴν ἔβαλον, οὐχί. Ἀλλὰ πῶς; - Ἡ δεξιὰ αὕτη ὑπέγραψεν, ἔλεγον, κοπήτω. Ἡ γλῶσσα ὡμολόγησεν, ἐκριζούσθω. Οὐκ ἄλλο εἶχόν τι λέγειν. Καὶ γὰρ ἦσαν τινὲς τῶν ἀρχιερέων ἐν τῷ ὑπογράφειν λέγοντες. –Οὐχ ὑπογράφομεν, ἐὰν μὴ τὸ ἱκανὸν τῆς προσόδου παράσχητε. –Οἱ δὲ ἔδιδον, καὶ ἐβάπτετο κάλαμος... Εἶτα μεταμεληθέντες οὐδὲ τὰ ἀργύρια μετέστρεψαν. Πρὸς τὴν φωνὴν οὖν αὐτῶν ὅτι τὴν πίστιν αὐτῶν πέπρακαν, καὶ ἐπέκεινα τοῦ Ἰούδα ἥμαρτον τοῦ στρέψαντος τὰ ἀργύρια. Ἀλλὰ οἶδε Κύριος καὶ ἀνεβάλλετο. Καὶ πῦρ ἀνήφθη ἐν Ἰακώβ, καὶ ὀργὴ ἀνέβη ἐπὶ τὸν Ἰσραήλ» (Δούκα 31).
Καὶ ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, ποὺ τόσο ἀγάπησε τὸν ἅγιο Μάρκο, τελειώνει μὲ τὰ ἑξῆς ἐγκώμια τὸν Ἀντίπαπα. «Ἀλλ’ ὦ πατέρων θεῖον ἐγκαλλώπσμα, τέμενος θείων χαρίτων, στόμα τῶν ἱερῶν θεολόγων, πρόμαχε τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ὑπέρμαχε τῆς ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ζηλωτὰ θερμότατε τῆς πατροπαραδότου ὁμολογίας τοῦ ἁγίου Συμβόλου, καθαιρέτα τοῦ παπικοῦ φρυάγματος καὶ ἀνορθωτὰ τοῦ ἀνατολικοῦ φρονήματος, δόξα, καύχημα καὶ στῦλε καὶ ἑδραίωμα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας...» (Ἀθανασίου Παρίου Ἀντίπαπας ἔκδοσι Ὀρθόδοξος Κυψέλη Θεσσαλονίκη 1981 σελ 390).
Ἐπίλογος
Σεβασμιώτατε, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί.
Ἀξίζει νὰ κλείσουμε τὸν λόγο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας ἔναντι τοῦ παπισμοῦ, ὅπως καὶ ἔναντι κάθε αἱρέσεως, μὲ τὰ λόγια ποὺ ἀρχίζουν ἢ τελειώνουν τὸ κήρυγμά τους πολλοὶ ἱεροκήρυκες τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Εἶναι λόγια τῶν Ἑπτὰ Μακκαβαίων Παίδων γιὰ τὸν πατρικό τους Νόμο, τὰ ὁποῖα προσαρμόζει ὁ μοναχὸς Ἰωσὴφ Βρυέννιος πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία μας λέγοντας, «Οὐκ ἀρνησόμεθά σε, φίλη Ὀρθοδοξία, οὐ ψευσόμεθά σε, πατροπαράδοτον σέβας. οὐκ ἀφιστάμεθά σου, μῆτερ εὐσέβεια. ἐν σοὶ ἐγεννήθημεν καὶ σοὶ ζῶμεν, καὶ ἐν σοὶ κοιμηθησόμεθα. εἰ δὲ καλέσει καιρὸς καὶ μυριάκις ὑπὲρ σοῦ τεθνηξόμεθα. τῶν τοῦ Χριστοῦ ἀποστόλων ἐσμὲν μαθηταὶ τῶν λεγόντων, «ὁ τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν καὶ αὐτὸς ἀκοινώνητος. Καὶ εἴ τις ἀκοινωνήτῳ, κἂν ἐν οἴκῳ συνεύξηται καὶ οὗτος ἀφοριζέσθω» (Βρυεννίου τ. Β’ σελ 28). «...Τοῦτό ἐστι μόνον τὸ εἶναι ἡμῖν, ἡ Ὀρθόδοξος πίστις ἡμῶν. αὕτη πλοῦτος ἡμῶν, αὕτη δόξα, αὕτη γένος, αὕτη στέφανος, αὕτη καύχημα». Ἀμήν. (Βρυεννίου Περὶ τῆς τῶν Κυπρίων ἑνώσεως, Τὰ εὑρεθέντα τ. Β’ σελ 22).
Νικηφόρος Μανάδης
Πρωτοσύγκελος ΙΜ Φλωρίνης Πρεσπών & Εορδαίας