Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

ΣΤΑΣΙΣ (ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ) ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΧΙΣΜΑΤΩΝ

Ἅγιος Νεκτάριος
ΣΤΑΣΙΣ (ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ) ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΧΙΣΜΑΤΩΝ
(Εἰσήγηση τοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως καὶ Πρεβέζης Μελετίου, στὸ Θεολογικὸ Συνέδριο ἐπὶ τῇ 150ετηρίδι ἀπὸ τῆς γεννήσεως τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, Αἴγινα 21-23 Ὀκτωβρίου 1996)


Τὸ θέμα τῆς ἐπικοινωνίας μὲ τοὺς μὴ ὀρθοδόξους, μὲ τοὺς αἱρετικοὺς/καὶ τοὺς σχισματικούς, εἶναι σήμερα ἕνα ἀπὸ τὰ μείζονα θέματα τῆς Ἐκκλησίας. Μερικοὶ καλλιεργοῦν μία ἔντονη δυσπιστία γιὰ τὸ κάθε τί, ποὺ ἔχει σχέση μὲ τέτοιου εἴδους ἐπικοινωνίες. Τὶς θεωροῦν προδοσία. Καὶ ἀπαιτοῦν τὴν πλήρη διακοπή τους. Ἄλλοι τὶς θεωροῦν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ, ζήτημα γνησιότητος. Τάσεις πολωτικὲς ἀναπτύσσονται. Βαρειὲς κατηγορίες ἐκτοξεύονται. Καὶ ὅλοι ζητοῦν νὰ τεκμηριώσουν τὴν ὀρθότητα τῶν ἀπόψεών τους,
μὲ παραπομπὲς στὴν πράξη καὶ στὶς θεολογικὲς θέσεις τῶν ἁγίων.
Ὁ ἅγιος Νεκτάριος, σὰν τέκνο τοῦ 20οῦ αἰῶνα, σοφὸς θεολόγος, θεοχαρίτωτος θαυματουργός, ἔχει γενικὴ ἀποδοχή, ἀπὸ ὅλους. Πῶς τὶς ἔβλεπε τὶς σχέσεις μὲ τοὺς αἱρετικούς; Τί ἔλεγε γι᾿ αὐτές; Ἂς ἰδοῦμε.
Α´
Ἐπιτρέπεται νὰ ἔχῃ ἡ Ἐκκλnσία μας σχέσεις μὲ ἑτεροδόξους; Πότε; Ὑπὸ ποῖες περιστάσεις; Κάποιοι δίνουν τὴν ἀπάντηση: Μόνο, ὅταν προσέρχωνται ἐν μετανοίᾳ. Ὅταν δὲν προσέρχωνται ἐν μετανοίᾳ, ὅταν δὲν στρέφωνται πρὸς τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, σὰν τὴν μία ἁγία, ποία πρέπει νὰ εἶναι ἡ συμπεριφορά μας πρὸς αὐτούς; Μία ὁμολογία; Ἀρκεῖ; Ἀρκεῖ νὰ τὴν δώσωμε; Καὶ ξεμπλέξαμε;
Ποιὰ εἶναι ἡ τοποθέτηση τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου ἐπάνω στὰ ἐρωτήματα αὐτά;
1. Στὰ ἐρωτήματα αὐτὰ ὁ ἅγιος Νεκτάριος δὲν μᾶς ἀπαντᾷ μὲ μία συστηματικὴ διαπραγμάτευση τοῦ θέματος.Στὶς ἡμέρες του δὲν εἶχε ἀκόμη δημιουργηθῆ ἡ λεγόμενη οἰκουμενικὴ κίνηση. Ἡ προβληματική της ἦταν ἄγνωστη. Δὲν εἶχε ἀκόμη ἐμφανισθῆ ἡ πολωτικὴ τάση, ποὺ παρατηρεῖται σήμερα, μεταξὺ «οἰκουμενιστῶν» καὶ «ἀντιοικουμενιστῶν». Ὁ ἅγιος μιλάει παρεμπιπτόντως γιὰ τὸ θέμα αὐτό. Στὸ βιβλίο του Ποιμαντική (1), πῶς ἀπαντᾷ;
Ἀπαντᾷ καταφατικά. Ἀπόλυτα, θὰ ἐλέγαμε, καταφατικά. Γιατί δὲν λέγει ἁπλῶς «ἐπιτρέπεται» ἀλλὰ χρησιμοποιεῖ τὴ λέξη: «ἐπιβάλλεται». Καὶ ἡ λέξη «ἐπιβάλλεται», εἶναι πολὺ πιὸ ἔντονη ἀπὸ τὴ λέξη «ἐπιτρέπεται». Ἡ μία ἀφήνει δικαίωμα ἐπιλογῆς, ἡ ἄλλη δὲν ἀφήνει τέτοιο περιθώριο.
Ὁ ἅγιος Νεκτάριος λέγει: «Ὁ ἐπίσκοπος ὀφείλει νὰ ἐμμένῃ ἀείποτε (= ὑπὸ τὶς ὁποιεσδήποτε συνθῆκες) ἐν ταῖς ἠθικαῖς τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου ἀρχαῖς»· καὶ σημειώνει ἐμφαντικά: Τὶς ἠθικὲς αὐτὲς ἀρχὲς τοῦ Εὐαγγελίου δὲν ἔχει κανένας δικαίωμα νὰ τὶς παραβαίνει οὔτε «δῆθεν λόγω δογματικῶν διαφορῶν».
Ἀναφύεται εὔλογα τὸ δικό μας ἐρώτημα: Μποροῦμε λοιπὸν νὰ ἔχωμε σχέσεις μὲ τοὺς ἑτεροδόξους;
Ἀπαντάει ὁ ἅγιος: «Αἱ δογματικαὶ διαφοραὶ ὡς ἀναγόμεναι πρὸς μόνον τὸ κεφάλαιον τῆς πίστεως ἀφίενται ἐλεύθερον καὶ ἀπρόσβλητον τὸ τῆς ἀγάπης κεφάλαιον· τὸ δόγμα δὲν καταπολεμεῖ τὴν ἀγάπην». Δηλαδὴ ἡ διαφορὰ δόγματος δὲν αἴρει, δὲν καταργεῖ, τὸ χρέος τῆς ἀγάπης. Ἀντίθετα: Ἡ ἀγάπη εἶναι τόσο πλατειὰ ὥστε συγκαταβαίνει «καὶ χαρίζεται» στὸ μὴ δόγμα. «Πάντα στέγει, πάντα ὑπομένει». Δὲν ἐπιτρέπεται τὸ δόγμα οὔτε νὰ καθιστᾷ τὴν ἀγάπη ἀνενεργό, οὔτε νὰ τὴν ἀλλοιώνει· οὔτε πολύ, οὔτε στὸ ἐλάχιστο. «Δι᾿ ὃ οὐδ᾿ ἡ τῶν ἑτεροδόξων χωλαίνουσα πίστις δύναται ν᾿ ἀλλοιώσῃ τὸ πρὸς αὐτοὺς τῆς ἀγάπης συναίσθημα», τὸ χρέος τῆς ἀγάπης.
2. Μερικοὶ σύγχρονοί μας δὲν συμφωνοῦν. Ἔχουν ἄλλη γνώμη. Λένε: Ναί. Ὀφείλουμε νὰ τοὺς ἀγαπᾶμε! Καὶ τοὺς ἀγαπᾶμε! Καὶ προσευχόμεθα γι᾿ αὐτούς! Ὅμως. Ἄλλο ἀγάπη, καὶ ἄλλο ἐπικοινωνία.
Ἡ τοποθέτηση αὐτή, τὸν ἅγιο Νεκτάριο δὲν τὸν εὑρίσκει σύμφωνο. « Ἡ ἀγάπη, λέγει, οὐδέποτε χάριν δογματικῆς τίνος διαφορᾶς πρέπον νὰ θυσιάζεται». Πόσο κατηγορηματικὸς εἶναι ὁ ἅγιος! Οὔτε «χάριν δογματικῆς τίνος διαφορᾶς!» τὸ χρέος εἶναι ἀπόλυτο.
Ὅμως ἀρκεῖ ἡ προσευχὴ ἀπὸ μακρυά;
Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἀπαντᾷ: Ὄχι. Αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ. Ὅποιος λέγει ὅτι ἡ ἀγάπη μπορεῖ νὰ περιορισθῆ μόνο στὴν προσευχή, κάνει λάθος! Καὶ σὲ ἐπίῤῥωση, φέρνει σὰν παράδειγμα τὸν Παῦλο. Ἐπισημαίνει ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος προσευχόταν γιὰ τοὺς Ἑβραίους. Καὶ προσευχόταν γιὰ χάρη τους, γιὰ τὴ σωτηρία τους, «ηὔχετο ἀνάθεμα εἶναι αὐτῶν», ἀλλὰ καὶ ἔκανε τὰ πάντα γιὰ χάρη τους. Πάντοτε ἀπὸ αὐτοὺς ἄρχιζε.
Καὶ ἐπιφέρει: «Ὁ μὴ ἀγαπῶν τοὺς ἑτεροδόξους ἐπίσκοπος ὁ μὴ καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ἐργαζόμενος, ἀπὸ ψευδοὺς κινεῖται ζήλου καὶ ἐστερημένος ἐστὶν ἀγάπης· διότι ὅπου ἡ ἀγάπη, ἐκεῖ καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ φῶς, ὁ δὲ ψευδῆς ζῆλος καὶ ἡ πεπλανημένη δόξα ἐξελέγχονται ὑπὸ τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ἀγάπης καὶ ἀποκρούονται». Μὲ ἄλλα λόγια, γιὰ τὸν ἅγιο Νεκτάριο, ἐκεῖνοι ποὺ ἀρνοῦνται τὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς ἢ σχισματικούς, εἶναι πλανεμένοι καὶ ἔχουν «ζῆλον οὐ κατ᾿ ἐπίγνωσιν». Τί περισσότερο καὶ τί χειρότερο θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε εἰπεῖ;
3.- Συμπέρασμα: Ὄχι δικό μου (=τοῦ γράφοντος) ἀλλὰ τοῦ ἁγίου Νεκταρίου:
  • «Τὰ τῆς πίστεως ζητήματα οὐδ᾿ ὅλως δέον ἐστι νὰ μειῶσι τὸ τῆς ἀγάπης συναίσθημα».
  • Ἐκεῖνοι ποὺ δὲν θέλουν ἐπικοινωνία εἶναι «διδάσκαλοι τοῦ μίσους»! Καὶ κατ᾿ ἐπέκταση «μαθηταὶ τοῦ πονηροῦ», δηλαδὴ τοῦ διαβόλου.
  • Ἀπὸ τὴν ἴδια πηγὴ δὲν ἐξέρχεται καὶ γλυκὺ καὶ πικρὸ νερό.
  • Ἀπὸ τὴν ἴδια καρδιὰ δὲν μπορεῖ νὰ βγαίνῃ καὶ ἀγάπη καὶ μῖσος καὶ πάθος!
  • Ὅποιος ἔχει ἀγάπη καὶ διδάσκει τὴν ἀγάπη, δὲν μπορεῖ νὰ μὴ ἀγαπᾷ καὶ τοὺς ἑτεροδόξους καὶ τοὺς αἱρετικούς. Καὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ μισῇ. Γιατί τὸ «πλήρωμα τῆς ἀγάπης ἐκδιώκει τὸ μῖσος».
Εἶναι θαυμάσιος ὁ ἅγιος Νεκτάριος. Δὲν μιλάει οὔτε γιὰ ἱερεῖς, οὔτε γιὰ λαϊκούς. Γιατί αὐτοὶ δὲν ποιμένουν. Αὐτοὶ εἶναι, ἢ συνεργοί-ἐντολοδόχοι (οἱ ἱερεῖς) ἢ ἁπλῶς ὑπηρεσιακὸ προσωπικὸ ποὺ ὑποβοηθεῖ τοὺς ποιμένες στὸ ἔργο τους (οἱ λαϊκοί). Ὁ ἐπίσκοπος πρέπει νὰ δίδῃ τὴν κατευθυντήρια ἀρχὴ καὶ νὰ ἐποπτεύῃ τὸν διάλογο καὶ τὴν ἐπικοινωνία.
Συμπέρασμα δικό μου. Τὸ συμπέρασμα αὐτὸ εἶναι νόμιμο, γιὰ δυὸ λόγους:
  • Διότι ὅ,τι ἰσχύει σὰν ἐντολὴ Θεοῦ γιὰ ἕναν ἀρχιερέα, ἰσχύει καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν Ἱεραρχία τῆς Μίας Ἐκκλησίας, ἀφοῦ αὐτὴ ἔχει χρέος μὲ Συνοδικὲς ἀποφάσεις νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν τήρηση τοῦ θείου Νόμου· καί,
  • Διότι ὁ ἅγιος Νεκτάριος σὲ ὅ,τι ἔπραττε πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς καὶ σχισματικούς, τελικὰ ἀνεφέρετο -ὅπως μαρτυροῦν πολλὲς ἐπιστολές του- στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη (2), παρ᾿ ὅτι δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ὁ ἄμεσος προκαθήμενός του, γιὰ περαιτέρω προώθηση καὶ ἀξιοποίηση.
4. Ἂν αὐτὸ ἰσχύει γιὰ τὸν μεμονωμένο ἐπίσκοπο, σὰν χρέος του ἀπὸ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ ἠθικοῦ νόμου τοῦ Εὐαγγελίου, πολὺ περισσότερο ἰσχύει γιὰ τὶς Συνόδους τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὸ σύνολό της.
Β´
1. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὁμιλῶντας γιὰ τὸ χρέος τοῦ Ἐπισκόπου νὰ μεριμνᾷ νὰ ἔχῃ ἐπικοινωνία μὲ ἀγάπη γιὰ τοὺς ἑτεροδόξους καὶ σχισματικούς, στὴν προσπάθειά του νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ μὲ τὸν διάλογο στὴν ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειας, ὑπενθυμίζει μὲ ἔμφαση ὅτι στὸν τομέα αὐτὸ ἀναπτύσσεται δυὸ εἰδῶν ζῆλος: ὁ ζῆλος «κατ᾿ ἐπίγνωσιν» καὶ ὁ ζῆλος «οὐ κατ᾿ ἐπίγνωσιν». Ἡ τοποθέτηση αὐτὴ τοῦ ἁγίου μας ὑπεχρέωσε νὰ τὴν ἀναζητήσωμε στὰ ἔργα του καὶ νὰ ἰδοῦμε τί ἐννοεῖ. Καὶ πράγματι στὸ βιβλίο του, Γνῶθι σαυτόν (3), παραθέτει ὅπως πάντοτε μὲ σαφήνεια, ξεκάθαρα, τὶς ἀπόψεις του.
2. Ἂς ἰδοῦμε λοιπόν: α´, ποῖος εἶναι ὁ «κατ᾿ ἐπίγνωσιν» ζηλωτής· καὶ β´, ποῖος εἶναι ὁ «οὐ κατ᾿ ἐπίγνωσιν» ζηλωτής.
α. Ποῖος εἶναι «ὁ κατ᾿ ἐπίγνωσιν» ζηλωτής;
Ἀπαντᾷ ὁ ἅγιος:
  • Ὁ «κατ᾿ ἐπίγνωσιν» ζηλωτής, δὲν εἶναι ποτέ, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ποτέ, μειωμένης ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας ἄνθρωπος.
  • «Εἶναι ἀληθὴς ἔνθους τῆς πίστεώς του λατρευτής· εἶναι ὄντως ὅλως ἀφωσιωμένος τῷ Θεῷ καὶ αὐστηρῶς φυλάττει τὸν νόμον αὐτοῦ· εἶναι τηρητὴς τῶν πατρίων του παραδόσεων».
  • «Διακαίεται ὑπὸ τοῦ πόθου πρὸς διάδοσιν τοῦ θείου λόγου, πρὸς στερέωσιν τῆς πίστεως, πρὸς εὐόδωσιν τοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας, πρὸς μείζονα ἐπίδοσιν τοῦ θείου κηρύγματος, πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς».
Ὅμως αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ, τονίζει ὁ ἅγιος Νεκτάριος.
Γιὰ νὰ εἶναι γνήσιος ὁ ζῆλος, ὀφείλει ὁ ζηλωτὴς νὰ καλλιεργῇ καὶ τὸν ἔσω ἄνθρωπον, νὰ εἶναι Χριστοῦ εἰκόνα, «ἐραστὴς πασῶν τῶν ἀρετῶν».
Καὶ προσθέτει ὁ ἅγιος. Ὁ ἀληθινὸς ζηλωτής:
  • «Δὲν ἀπαυδᾶ, ἐργαζόμενος, δὲν ἀποκάμνει, πονῶν δὲν αἰσθάνεται κάματον, δαπανώμενος δὲν ἐξαντλεῖται, δὲν δυσθυμεῖ· ἀλλ᾿ ἀεὶ ἀκμαῖος καὶ ζωηρός, εὔθυμος καὶ θαῤῥαλέος ὁρμᾷ πρὸς νέαν ἐργασίαν».
  • «Πυροῦται ὑπὸ τοῦ ἐνθέου ζήλου του καὶ ἐπιζητεῖ νὰ ἐπεκτείνῃ τὰς ἐνεργείας αὐτοῦ πρὸς πᾶσαν τὴν ἀνθρωπότητα ».
Μὲ τί κίνητρο;
«Ὁρμώμενος ἐξ ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον».
Καὶ γι᾿ αὐτό:
  • «Ποιεῖ πάντα μετ᾿ ἀγάπης καὶ αὐταπαρνήσεως».
  • «Οὐδὲν πράττει τὸ δυνάμενον νὰ φέρῃ θλῖψιν τῷ πλησίον αὐτοῦ»
  • «Οὐδὲν ἐξωθεῖ αὐτὸν εἰς παρεκτροπήν».
Χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ κατ᾿ ἐπίγνωσιν ζηλωτοῦ εἰσίν· ἀγάπη θερμὴ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον αὐτοῦ, πραότης, ἀνεξιθρησκεία, ἀνεξικακία, εὐεργεσία καὶ εὐγένεια τρόπων».
Εἶναι τύπος ἀληθοῦς χριστιανοῦ.
Συμπέρασμα: Τὸν ἀληθινό, τὸν «κατ᾿ ἐπίγνωσιν ζηλωτή», δὲν θὰ τὸν εὕρης σὲ τίποτε σκάρτο!
β. Ποιὸς εἶναι ὁ « μὴ κατ᾿ ἐπίγνωσιν» ζηλωτής;
Ὁ «μὴ κατ᾿ ἐπίγνωσιν» ζηλωτὴς ἔχει, κατὰ τὸν ἅγιό μας, τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικά:
  • «Πλανᾶται ἐν ταῖς σκέψεσι καὶ ἐνεργείαις αὐτοῦ». Δηλαδὴ οὔτε σκέπτεται σωστά, οὔτε ἐνεργεῖ σωστά. Εἶναι ἕνας ἄνθρωπος λάθος.
  • «Πράττει τὰ ἐνάντια πρὸς τᾶς διατάξεις τοῦ θείου νόμου». Αὐτοχαρακτηρίζεται «ζηλωτής» καὶ «φρουρὸς τῶν πατρικῶν παραδόσεων». Προφανῶς, ἀπὸ ὑπερεκτίμηση τῶν ἀπόψεών του καὶ τῆς ἀποστολῆς του. Χαρακτηρίζει ἄλλους, ἐκείνους ποὺ δὲν συμφωνοῦν μὲ τὶς ἀπόψεις του, «προδότες τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως» καὶ «σὲ δογματικὰ ζητήματα μειοδότες». Ἐπικρίνει. Καὶ κατακρίνει. Χάριν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Δηλαδή;
  • «Διαπράττει τὸ κακόν, ὅπως ἐπέλθη τὸ ὑπ᾿ αὐτοῦ νοούμενον ἀγαθόν» (= καταντάει ἐσωτερικὰ ἰησουΐτης).
  • Εὔχεται τῷ Θεῷ νὰ ῥίψη πῦρ ἐξ οὐρανοῦ καὶ νὰ κατακαύση πάντας τους μὴ δεχομένους τὰς ἀρχὰς καὶ πεποιθήσεις αὐτοῦ». Ἐκφωνοῦν ἐναντίον τοὺς ἀναθέματα!
  • «Τὸν μὴ κατ᾿ ἐπίγνωσιν ζηλωτὴν χαρακτηρίζει μῖσος πρὸς τοὺς ἐτεροθρήσκους ἢ ἑτεροδόξους, ὁ φθόνος καὶ ὁ ἐπίμονος θυμός, ἡ ἐμπαθὴς ἀντίστασις πρὸς τὸ ἀληθὲς πνεῦμα τοῦ θείου νόμου (= ἀσφαλῶς αὐτὰ δὲν εἶναι ποτὲ ἐκ Θεοῦ), ἡ παράλογος ἐπιμονὴ ἐν τῇ ὑπερασπίσει τῶν ἰδίων φρονημάτων (= πλήρης ἔλλειψις ταπείνωσης), ὁ παράφορος ζῆλος πρὸς κατίσχυσιν ἐν πάσι (= θέλει παντοῦ νὰ τοῦ περνάει, νὰ ἔχῃ τὸν τελευταῖο λόγο), ἡ φιλοδοξία, ἡ φιλονικία, ἡ ἔρις καὶ τὸ φιλοτάραχον».
Καὶ συμπεραίνει ὁ ἅγιος Νεκτάριος: «Ὁ μὴ κατ᾿ ἐπίγνωσιν ζηλωτὴς εἶναι ἄνθρωπος ὀλέθριος».
Τὰ αὐστηρὰ αὐτὰ λόγια του γεμάτου ταπείνωση καὶ ἀγάπη ἁγίου Νεκταρίου, πρέπει νὰ μᾶς προβληματίζουν ὅλους. Καὶ νὰ τὸ ἔχωμε μόνιμο ἐρώτημα μέσα μας: Μήπως ὁ ζῆλος μου ἐκτρέπεται μὲ ζῆλον «οὐ κατ᾿ ἐπίγνωσιν» καὶ ἀντὶ καλοῦ προξενεῖ κακό; Δοκιμαζέτω ἕκαστος ἑαυτόν. Ἕκαστος τῷ ἰδίῳ Κυρίῳ στήκει ἢ πίπτει.
Γ´
1. Τὰ προλεχθέντα κάνουν νὰ ἐγείρεται τὸ ἐρώτημα:
  • Μήπως ὁ ἅγιος Νεκτάριος εἶχε καταντήσει (ἀπὸ τὴν πολλὴ συναισθηματικὴ ἀγάπη του!) ἀνεδαφικὸς καὶ οὐτοπικός;
  • Μήπως δὲν εἶχε τὸν πικρὸ ῥεαλισμὸ τῆς δικῆς μας πείρας; Γιατί ἐμεῖς τὸ βλέπομε, ὅτι ὁ διάλογος μὲ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία βαδίζει πρὸς πλήρη ἀποτυχία.
Ὄχι. Ὁ ἅγιος εἶχε μελετήσει καλὰ ὅλα τὰ συναφῆ προβλήματα. Καὶ στὸ βιβλίο του, Περὶ τῶν αἰτίων τοῦ σχίσματος (4) καθιερώνει ἀρχές, ποὺ σήμερα γιὰ τοὺς διαλόγους εἶναι καταστατικῆς ἀξίας. Ἂς τὶς ἰδοῦμε:
Λέγει ὁ ἅγιος Νεκτάριος: «Οἱ ὅροι τῆς ἑνώσεως (μεταξὺ Ὀρθοδοξίας καὶ Λατινικῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας) εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε καθιστῶσι τὴν ζητουμένην ἕνωσιν ἀδύνατον· διότι δὲν ἔχουσι οὐδὲν σημεῖον συναντήσεως, ζητοῦσι δὲ ἑκάτερα (τὰ μέρη) παρὰ τῆς ἑτέρας (Ἐκκλησίας), οὔτε πλεῖον οὔτε ἔλαττον, τὴν ἄρνησιν ἑαυτῆς, ἄρνησιν τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν, ἐφ᾿ ὧν ἑδράζεται ὅλον τὸ οἰκοδόμημα τῆς Ἐκκλησίας».
Ἐμεῖς ζητοῦμε νὰ ἀρνηθοῦν οἱ καθολικοὶ τὸ πρωτεῖο, τὸ ἀλάθητο, τὸ Filioque. Ὅμως ἐπάνω στὰ δόγματα αὐτὰ στηρίζεται ὁλόκληρη ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία. Ἂν τὰ ἀρνηθοῦν, ἀρνοῦνται τὴν Ἐκκλησία τοὺς ἐκ θεμελίων· κάτι ποὺ εἶναι γι᾿ αὐτοὺς πολὺ δύσκολο, ἂν μὴ καὶ ἀδύνατο!
Ὁμοίως ἐκεῖνοι ζητοῦν ἀπὸ ἐμᾶς νὰ δεχθοῦμε τὸ πρωτεῖο καὶ τὸ ἀλάθητο. Ἀλλὰ καὶ ἐμεῖς, ἂν τὰ δεχθοῦμε αὐτά, ἀρνούμεθα ἐκ θεμελίων τὴν Ἐκκλησία μας, ποὺ στηρίζεται στὴν Συνοδικότητα. Ἄρα καὶ αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο νὰ γίνει! Πρὸς τί λοιπὸν ὁ διάλογος.
2. Καὶ προχωρεῖ ὁ ἅγιος σὲ μία ἀκόμη, καταστατικῆς σπουδαιότητος, διατύπωση. Λέγει:
«Ἐν ὄσῳ τὰ μὲν κύρια αἴτια τοῦ χωρισμοῦ μένωσι τὰ αὐτά, αἱ δὲ Ἐκκλησίαι ἀντέχωνται τῶν ἑαυτῶν, ἡ ἕνωσις εἶναι ἀδύνατος· ἵνα θεμελιωθῆ αὕτη, πρέπει νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἀρχῶν (δηλ. νὰ ἔχουν τὰ δυὸ μέρη ἀποδεχθῆ τὶς αὐτὲς θεμελιώδεις ἀρχές)· ἄλλως «πᾷς πόνος μάταιος».
Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ ἁγίου ἰσχύουν ad hoc γιὰ τὸν διάλογο μὲ τοὺς Καθολικούς.
Ἀσφαλῶς, τὰ ἴδια ἰσχύουν καὶ γιὰ τὸν διάλογο μὲ τοὺς Ἀντιχαλκηδονίους. Ἂν οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι μένουν στὴν ἐκκλησιαστική τους ταυτότητα, νὰ ἀρνοῦνται τὴν Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος, δὲν εἶναι «πᾶς πόνος μάταιος»;
3. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ δημιουργεῖται εὔλογα τὸ ἐρώτημα: Ἂν οἱ ἑτερόδοξοι ἐμμένουν στὴν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας τους, καὶ συνεπῶς, φαίνεται ὁλοκάθαρα ἀπὸ τὴν ἀρχή, ὅτι «πᾷς πόνος μάταιος», τί λόγο ὑπάρξεως ἔχουν οἱ διάλογοι καὶ οἱ ἐπικοινωνίες μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, αἱρετικοὺς καὶ σχισματικούς;
Ἀσφαλῶς, θὰ ἔπρεπε ὁ ἅγιος Νεκτάριος νὰ ἔλεγε: Λάθος. Συγγνώμη, ἂν εἶπα κάπου ἀλλοῦ στὰ βιβλία μου κάτι διαφορετικό. Ὅμως δὲν τὸ λέγει.
Τί λέγει;
Ὁ ἅγιος Νεκτάριος λέγει: «Ἔστι λίαν πιθανὸν νὰ ἑλκύση πρὸς ἑαυτὸν (ὁ ἐπίσκοπος ὁ διαχειριζόμενος τὸν διάλογον) καὶ τὴν ἐξ ἐσφαλμένης περιωπῆς κρίνουσαν δογματικὸν τί ζήτημα ἑτερόδοξον ἐκκλησίαν» (5).
Δηλαδὴ ὁ ἅγιος Νεκτάριος λέγει:
Ὅσο καὶ ἂν φαίνεται «ἀδύνατον» καὶ «πόνος μάταιος», «ἔστι λίαν πιθανόν». Ἔτσι δὲν ξεκινάει κάθε ἱεραποστολικὴ δραστηριότητα ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς ἱεραποστολῆς; Ὑπάρχει ποτὲ σιγουριὰ γιὰ τὸ ἀποτέλεσμα;
Ὁ διάλογος ἔχει ἕνα σκοπό. Νὰ βοηθήση τὴν ἑτερόδοξη ἢ σχισματικὴ «ἐκκλησία», νὰ καταλάβη τὸ λάθος της. Γιατί μόνο τότε μπορεῖ, ὑπάρχει πιθανότητα, νὰ ἐπανέλθη στὴν Ὀρθοδοξία καὶ στὴν σωτηρία (ἀφοῦ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία Ἐκκλησία), ὄχι ἕνα ἄτομο μόνο, ἀλλὰ ἕνα σύνολο, μία ὁλόκληρη «Ἐκκλησία».
Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ ὑπέρτατος στόχος κάθε ποιμαντικῆς: Νὰ ἑλκύση σύνολα. Σύνολα μεγάλα.
Ὁ στόχος τοῦ ἁγίου Νεκταρίου εἶναι καθαρὰ ποιμαντικός. Ἀφορᾷ στὴν σωτηρία. Ὁ ἐπίσκοπος, ἡ Ἐκκλησία, ἐργάζεται μόνο γιὰ τὴν σωτηρία. Ὄχι γιὰ τὰ ὅποια σχέδια.
Συμπέρασμα
Ἡ ἐργασία τῶν ἀτόμων καὶ τῆς Ἐκκλησίας (=τῶν ποιμένων) γιὰ τὴν σωτηρία, εἶναι κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο ἕνας πόλεμος. Ἀνέκαθεν στοὺς πολέμους ἐφάρμοζαν μία τέχνη, ποὺ λέγεται στρατηγική. Ἡ στρατηγικὴ εἶναι μία μεθόδευση ἐνεργειῶν. Ἡ καλὴ μεθόδευση ἐνεργειῶν ἔδωκε σὲ στρατηγοὺς περιφανεῖς νίκες. Ἡ κακή, ἔγινε ἀφορμὴ νὰ διαλυθοῦν κοσμοκρατορίες.
Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή. Χρειαζόμαστε στρατηγική· καλὴ μεθόδευση.
Στὸ «Γεροντικό» διαβάζομε:
Δυὸ μοναχοὶ συναντοῦν, χωριστὰ ὁ καθένας, ἕναν ἱερέα τῶν εἰδώλων στὴν ἔρημο. Ὁ πρῶτος μιλάει δογματικά, ὅπως τὸν ἔβλεπε ὑπὸ τὸ πρῖσμα τοῦ δόγματος, ὅτι ἡ εἰδωλολατρεία εἶναι δαιμονικὴ θρησκεία καὶ οἱ ἱερεῖς της ὑπηρέτες τοῦ διαβόλου. Τοῦ λέει:
-Αἶ, αἶ δαῖμον! Ποῦ τρέχεις;
Ὁ ἄλλος τοῦ μιλάει μὲ τὴν χριστιανικὴ καλωσύνη καὶ ἀγάπη. Τοῦ λέει:
-Σωθείης· σωθείης, καματηρέ!
Αὐτὸ σημαίνει καλὴ μεθόδευση· καλὴ στρατηγική.
Ἐρωτάει μὲ ἀπορία ὁ ἱερέας τῶν εἰδώλων τὸν ἅγιο Μακάριο.
-Τί καλὸ εἶδες ἐπάνω μου, χριστιανὸς σύ, καὶ μοῦ μιλᾷς μὲ τόσο καλὸ τρόπο;
Ἀπαντάει ὁ ἅγιος:
-Βλέπω, ὅτι ἐργάζεσαι γιὰ τὴν ψυχή σου μὲ ζῆλο. Καὶ σὲ λυπᾶμαι, γιατί δὲν τὸ ἔχεις καταλάβει, ὅτι ὁ κόπος σου θὰ πάει χαμένος!...
Ἀποτέλεσμα:
  • Τὰ λόγια του πρώτου ἐξόργισαν τὸν ἱερέα τόσο, ποὺ ὅρμησε ἐπάνω του καὶ τὸν «ἐσάπισε» στὸ ξύλο.
  • Τὰ λόγια του δευτέρου, τὸν κατένυξαν τόσο, ποὺ ἄφησε τὴν εἰδωλολατρεία καὶ τὸ ἐπίζηλο ἀξίωμά του, καὶ ἔγινε χριστιανὸς καὶ μοναχὸς (Ἀββᾶ Μακαρίου, λθ´).
Τὸ πιστεύω καὶ τῶν δυὸ μοναχῶν ἦταν τὸ ἴδιο. Ὁ ἕνας ἔκαμε μία ἄκριτη μετωπικὴ ἐπίθεση ἐναντίον τοῦ ἱερέα τῶν εἰδώλων. Ὁ ἅγιος Μακάριος ἐφάρμοσε μία στρατηγική· ἔκαμε μία μεθόδευση. Καὶ ἐκέρδισε μία μεγάλη νίκη. Ἐκέρδισε ἕναν ἄνθρωπο. Ἐκέρδισε τὸν ἀδελφό του. Γιὰ τὴν αἰωνία ζωή.
###
Ὁ ἅγιος ἀπόστολος Ἰωάννης «πλήρης ὢν τῆς ἀγάπης, πλήρης γέγονε καὶ τῆς θεολογίας».
Καὶ ὁ ἅγιος Νεκτάριος, ὁ ἄνθρωπος τῆς ἄνευ ὅρων, ὁρίων καὶ προϋποθέσεων ἀγάπης καὶ καλωσύνης, μὲ τὴν σιγουριὰ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς γνώσης τῆς ἁγίας Ὀρθοδόξου Πίστεως, θεωροῦσε χρέος του νὰ ἔχῃ ἐπικοινωνία μὲ αἱρετικοὺς καὶ σχισματικούς· ποθῶντας καὶ ἐπιδιώκοντας τὴν σωτηρία τους.
Εἶχε σωστὸ κριτήριο. Καὶ σωστὸ μέτρο. Καὶ ἔγινε τύπος Ὀρθοδοξίας καὶ ὀρθοπραξίας.


Σημειώσεις
1. - Βλ. Ἁγίου Νεκταρίου, Μητροπολίτου Πενταπόλεως, Μάθημα Ποιμαντικῆς, Θεσσαλονίκη 1974 (3), σ. 192, ἀπ᾿ ὅπου καὶ τὰ ἐν συνεχείᾳ παραθέματα.
2. - Βλ. Θεόκλητου μοναχοῦ Διονυσιάτου. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος Αἰγίνης, σ. 329 κ.ἑ.
3. - Βλ. Νεκταρίου Κεφαλᾶ, Μητροπολίτου Πενταπόλεως, Τὸ γνῶθι σαυτὸν ἤτοι μελέται θρησκευτικαὶ καὶ ἠθικαί «...» Ἀθῆναι 1962 (2) (Κεφάλαιον Ζ´, παράγραφος 36), σσ. 135-136, ἀπ᾿ ὅπου καὶ τὰ συνέχεια παραθέματα.
4. - Βλ. Ἁγίου Νεκταρίου, Μελέτη ἱστορικὴ περὶ τῶν αἰτίων τοῦ Σχίσματος [...], τόμος Α´, Ἀθῆναι 1998 (2), σσ. 28-29, ἀπ᾿ ὅπου καὶ τὰ ἐν συνέχειᾳ παραθέματα.
5. - Βλ. Ἁγίου Νεκταρίου, Μητροπολίτου Πενταπόλεως, Μάθημα Ποιμαντικῆς, ὅπ.π.,σ. 192