Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Ὅταν ἔχουμε τὴν ταπείνωσι....


ΑΝΕΚΔΟΤΟ

Κυριακὴ Τελώνου & Φαρισαίου (Λουκ. 18,10-14)
Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου


ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΤΑΠΕΙΝΩΣΙΣ


Τελειώνω μ᾿ ἕνα ἀνέκδοτο.Στὰ παλιὰ τὰ βιβλία ὑπάρχει ἡ ἑξῆς ἱστορία. Ἕνας ἀσκητής, ποὺ ἦταν καὶ διορατικός, κατέβηκε μιὰ μέρα στὴν πόλι καὶ πῆγε στὸ ναό. Στάθηκε ἔξω ἀπὸ τὴν εσοδο καὶ ἔβλεπε αὐτοὺς ποὺ μπαίνουν. Ἔβλεπε ὄχι τὴν ἐπιφάνεια ἀλλὰ τὸ βάθος, τὴν ψυχή τους. Τοὺς ἔβλεπε ὅλους μαύρους σὰν τὴν πίσσα καὶ ἔκλαψε. Στὸ «Δι᾿ εὐχῶν» στάθηκε πάλι καὶ ἔβλεπε πῶς βγαίνουν. Μαῦροι μπῆκαν, μαῦροι ἔβγαιναν ὅλοι. Τέλος, νά καὶ ἕνας, ποὺ βγῆκε τελευταῖος καὶ ἦταν ἄσπρος σὰν τὸ χιόνι. Τί νὰ συμβαίνῃ ἆραγε; σκέφτηκε καὶ τὸν φώναξε. ―Τί εἶσαι ἐσύ; ―Μὴ ρωτᾷς. Ἐγὼ εἶμαι λῃστής, φονιᾶς· σκότωσα ἀνθρώπους, ἀνέβηκα στὰ βουνά, ἔκλεψα, ἀτίμησα γυναῖκες, τὰ πάντα ἔκανα. Σαράντα χρόνια εἶχα νὰ πάω στὴν ἐκκλησία. Σήμερα ὅμως, ποὺ ἄκουσα τὴν καμπάνα νὰ χτυπάῃ, θυμήθηκα τὴ μάνα μου, τὴ γιαγιά μου. Σπρώχνοντας τὸν ἑαυτό μου πῆγα στὴν ἐκκλησία, κι ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ μπῆκα ὅλο ἔκλαιγα καὶ ἔλεγα· Θεέ μου, συχώρεσέ με…
Αὐτός, λοιπόν, ποὺ ἦταν μαῦρος σὰν τὴν πίσσα, βγῆκε ἔξω ἄσπρος σὰν τὸ χιόνι. Ὦ ἀθάνατη θρησκεία μας! Εἶσαι ἁμαρτωλός; Μπαῖς στὴν ἐκκλησία. Καὶ τί νὰ λές· Ἀπ᾿ ὅλους ὅσοι εἶνε μέσα ἐδῶ, εἶμαι ὁ πιὸ ἁμαρτωλός. Θεέ μου, συχώρεσέ με, «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. 18,13). Ὅταν ἔχουμε τὴν ταπείνωσι, τότε θὰ ἔχουμε τὸ κλειδὶ ν᾿ ἀνοίξουμε τὸν παράδεισο, νὰ εἰσέλθουμε σ᾿ αὐτόν, τὸν ἐπίγειο καὶ τὸν οὐράνιο παράδεισο, διότι ὁ ταπεινὸς εἶνε ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ὁ εὐλογημένος.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(ἱ. ναὸς Ἁγ. Τριάδος Πτολεμαΐδος 7-2-1982)