Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

Ο Πάπας, ΚΑΙ ο Πατριάρχης των Κοπτών: «Απεφασίσαμεν την μη επανάληψιν του μυστηρίου του βαπτίσματος, το οποίον έχει τελεσθή εις κάθε μίαν από τας εκκλησίας μας, δι’ όποιον επιθυμεί να γίνη μέλος της άλλης εκκλησίας»

Ο Πάπας, ο Πατριάρχης των Κοπτών και η ένωσις των «Εκκλησιών»

Αποτέλεσμα εικόνας για pope in egypt
Κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Αίγυπτο, ο Πάπας Φραγκίσκος είχε συνάντηση και με τον Κόπτη Πατριάρχη Θεόδωρο Β , μία συνάντηση ιδιαίτερα σημαντική, αφού, όπως διατυπώθηκε στο κοινό ανακοινωθέν των δύο θρησκευτικών ηγετών꞉ 

«Απεφασίσαμεν την μη επανάληψιν του μυστηρίου του βαπτίσματος, το οποίον έχει τελεσθή εις κάθε μίαν από τας εκκλησίας μας, δι’ όποιον επιθυμεί να γίνη μέλος της άλλης εκκλησίας». Ένα ανακοινωθέν πραγματικά σπουδαίο, αφού μας αποδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο ότι οι διαχριστιανικοί διάλογοι μεταξύ όλων των χριστιανικών κοινοτήτων βρίσκονται σε πολύ καλό επίπεδο. Διάλογοι που σκοπό έχουν την επίτευξη της ένωσης και όπως χαρακτηριστικά γράφει το κείμενο «προκειμένου να εύρωμεν την όρατήν μας ένωσιν εν τη διαφορετικότητι, επί τη καθοδηγήσει του Αγίου Πνεύματος». Ανακοινωθέν που καταδεικνύει ότι η αίρεση του οικουμενισμού έχει εισχωρήσει και κατατρώγει όλες τις χριστιανικές κοινότητες και μάλιστα ότι την παπική «εκκλησία» όχι απλώς την κατατρώγει, αλλά την έχει καταβροχθίσει.
Η παπική «εκκλησία» πριν από την Β  Βατικανή Σύνοδο θεωρούσε ότι αποτελεί την μοναδική «εκκλησία» του Χριστού, από την οποία απομακρύνθηκαν οι άλλοι χριστιανοί. Το δε Βάπτισμα ως μέσο για την συγχώρεση των αμαρτιών του ανθρώπου το θεωρούσε έγκυρο μόνον όταν τελείτο από αυτήν. Σήμερα, με τις απόφασεις της Β  Βατικανῆς Σύνοδου, οι οποίες στηρίζονται σε μία εκκλησιολογία με χαρακτήρα καθαρά μυστηριακού μινιμαλισμού, το βάπισμα τελούμενο από αιρετικούς η σχισματικούς, σύμφωνα με την παπική «εκκλησία», θεωρείται ότι «παράγει όλους τους καρπούς του και αποτελεί πηγή χάριτος». Έτσι οι Λατίνοι επηρεασμένοι από τον οικουμενισμό θεωρούν έγκυρο το βάπτισμα των άλλων χριστιανικών κοινοτήτων με άμεσο σκοπό την προσέγγιση και την σταδιακή επίτευξη μιας ατελούς κοινωνίας και ενότητας, με απώτερο στόχο την ένωση όλων των βαπτισμένων χριστιανών σε μία «εκκλησία». Με αυτόν τον τρόπο αναδεικνύεται το βάπτισμα ως το αρχικό συνδετικό μέσο μεταξύ των ομολογιών, όπου ο αβάπιστος ενσωματώνεται στον Χριστό, όπως θέλουν να πιστεύουν, και σταδιακά «οι κοινές προσευχές μεταξύ στενών αδελφικών και φιλικών δεσμών ευρίσκουν ρίζες στην τέλεια κοινωνία τους… προς επίτευξιν της τελείας ενώσεως εις το μυστικόν σώμα του Χριστού», όπως πολύ χαρακτηριστικά τονίσθηκε στο κοινό ανακοινωθέν. Βέβαια, μία κοινωνία η οποία θα έχει ως κεφαλή της τον επίσκοπο της Ρώμης και διάδοχο του αποστόλου Πέτρου, τον Πάπα. Σύμφωνα με αυτή την εκκλησιολογία η παπική «εκκλησία» είναι η τέλεια πραγματοποίηση της «εκκλησίας» του Χριστού, ενώ οι «εκκλησίες» που δεν είναι σε κοινωνία με την Ρώμη είναι ατελείς πραγματοποιήσεις της ίδιας «εκκλησίας». Και η τέλεια ένωση, όπως αναφέρει το ανακοινωθέν, θα επιτευχθή όταν οι άλλες κοινότητες αποδεχθούν ως κεφαλή τους τον Πάπα, μέχρι όμως εκείνη την στιγμή θα βρίσκωνται σε μία πορεία προς επίτευξη της ένωσης. Σε αυτό το πνεύμα ο πρώην Παπας Βενέδικτος ΙΣΤ  τό 2007 είχε διεκηρύξει ότι η παπική «εκκλησία» είναι η «μοναδική πραγματική Εκκλησία του Χριστού στον κόσμο» και ότι υπάρχουν και εκτός αυτής πολλά στοιχεία καθαγιασμού και αλήθειας, αλλά η παπική «εκκλησία» είναι η μόνη αληθινή «εκκλησία» του Χριστού και ότι οι Ορθόδοξες Εκκλησίες είναι μεν Εκκλησίες, αλλά πάσχουν από ένα «έλλειμμα», είναι ελλειμματικές, διότι δεν αναγνωρίζουν τον «πάπα» ως διάδοχο του Απ. Πετρου και αρνούνται το παπικό πρωτείο εξουσίας.
Σε άλλο σημείο το κοινό ανακοινωθέν αναφέρει ότι꞉ «Αυτή η κοινή κληρονομιά αποτελεί το θεμέλιο της κοινής μας πορείας και του πόθου μας προς την τέλειαν κοινωνίαν, ενώ την ίδια στιγμή προοδεύουμε εις την αγάπη και την συμφιλίωσιν». Λόγια, λέξεις και νοήματα τα οποία επαναλαμβάνονται με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με τις συναντήσεις. Κοινή όμως λέξη σε όλες τις ανακοινώσεις που εκφωνούνται στους διαλόγους είτε αυτοί πρόκειται για διαχριστιανικούς είτε για διαθρησκειακούς είναι ο όρος «κοινωνία». Μία λέξη με ιδιαίτερο θεολογικό νόημα και βαρύτητα, λόγω όμως της παραποίησής της, ιδιαίτερα χρήσιμη και προσφιλής στην θεολογία των οικουμενιστών, με την οποία μπορούν να παρακάμψουν τα σημαντικότερα και πιο ακανθώδη προβλήματα.
Στόχος των οικουμενιστών δεν είναι η συγχώνευση των χριστιανικών κοινοτήτων, αλλά η ενότητα ως κοινωνία σε μία «εκκλησία», «στο μοντέλο της ετερότητας ως καρπού συμφιλίωσης», όπως τονίζουν. Με τον όρο «κοινωνία» παρακάμπτεται το πρόβλημα το τι είναι εκκλησία και εστιάζεται η προσπάθεια στην ανεύρεση εκείνων των μέσων συνεργασίας, τα οποία θα επιτύχουν την ένωση. Για αυτό η παραποιημένη αρετή της αγάπης είναι τόσο χρήσιμη και αγαπητή σε αυτούς τους κύκλους, αφού η κοινωνία εν αγάπη επιταχύνει την ένωση, όμως ο διάλογος για την εν Χριστώ ένωση επιτυγχάνεται εν αγάπη αλλά και εν Αληθεία. Διότι, εάν η «εκκλησία», στην οποία στοχεύουν, ταυτιζόταν με την παπική, αυτόματα τότε οι άλλες χριστιανικές κοινότητες θα ήσαν αποκλεισμένες από αυτήν και έτσι η ενότητα θα ήταν αδύνατη. Έτσι όμως με την κοινωνία των «εκκλησιών», οι οποίες είναι περισσότερο η λιγότερο ελλειμματικές η ατελείς επιτυγχάνεται η πολυπόθητη ένωση των «εκκλησιών» που ονειρεύονται οι οικουμενιστές.
Ορθόδοξος Τύπος