Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

Η ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ ΤΩΝ ΘΕΙΩΝ

- Βλαστημοῦν ὅλοι· ἄντρες, γέρον­τες, μικρὰ παιδιά, 

ἀκόμα καὶ γυναῖκες. Θεέ μου, κατηραμένο ἔθνος γίναμε!



Κυριακὴ ΣΤ΄ Ματθαίου (Ματθ. 9,1-8)

Η ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ ΤΩΝ ΘΕΙΩΝ

Εσταυρ. και ο βλάσφ.ιστΤΟ σημερινὸ εὐαγγέλιο, ἀγαπητοί μου, διηγεῖται ἕνα θαῦμα. Τί θὰ πῇ θαῦμα; Θαῦμα εἶνε κάτι τὸ ἔκτακτο, ἔξω ἀπὸ τὴν φυσικὴ τάξι, ἔξω ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς νόμους ποὺ ὥρισε ὁ Θεός. Τὸ νερὸ δὲ γίνεται λάδι, δὲ γίνεται κρασί, δὲ γίνεται γάλα· ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ περπατήσῃ πάνω στὴ θάλασσα· λίγα ψωμιὰ δὲ φτάνουν γιὰ νὰ χορτάσουν χιλιά­­δες ἄνθρωποι· ἕνας νεκρὸς δὲ σηκώνεται ἀ­πὸ τὸν τάφο. Καὶ ὅμως στὸ Εὐαγγέλιο βλέπουμε, ὅτι ὁ Χριστὸς καὶ τὸ νερὸ τὸ ἔκανε κρα­σί, καὶ πάνω στὴ θάλασσα περπάτησε σὰ νὰ ἦταν ξηρά, καὶ πέντε ψωμιὰ εὐλόγησε καὶ χόρτασε χιλιάδες ἀνθρώπους, καὶ νεκροὺς ἀ­νέστησε ἀπὸ τὸν τάφο. Αὐτὰ λέγον­ται θαύματα. Ἔκανε θαύματα ὁ Χριστός· ὄχι ἕνα καὶ δυό, ἀλλὰ πολλά. Κι ὅλα τὰ θαύματά του ἀποδεικνύουν, ὅτι εἶνε ἀληθινὸς Θεός.

* * *

Ποιό εἶνε τὸ θαῦμα τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου; Ἦταν, λέει, στὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ ἕ­νας παράλυτος. Ὅλα στὸν κόσμο αὐτὸ κινοῦν­ται· τὸ σκουλήκι κινεῖται, τὸ μυρμήγκι περπατάει, ἡ μέλισσα πετάει. Ἡ ζωὴ εἶνε κίνησις· ὅ,τι ἔχει ζωή, κινεῖται. Ἕνας μόνο δὲν ἐκινεῖτο, ὁ παράλυτος. Ἔμενε ἀσάλευτος στὸ κρεβάτι του. Ἦταν ἄρρωστος.

Τί κακὸ ἡ ἀρρώστια! καὶ πόσο πρέπει νὰ εὐχαριστοῦμε τὸ Θεὸ ποὺ μᾶς ἔδωκε χέρια νὰ δουλεύουμε, πόδια νὰ περπατοῦμε, μά­τια νὰ βλέπουμε, αὐτιὰ νὰ ἀκοῦμε! Ἀλλὰ εἴμεθα ἀχάριστοι. Σήμερα πρωὶ – πρωὶ εἶδα νὰ πηγαί­νῃ στὴν ἐκκλησιὰ μιὰ γριὰ γυναίκα. Εἶχε σπασμένα καὶ τὰ δυό της πόδια, κι ἀνέβαινε σιγὰ – σιγὰ τὰ σκαλιὰ τοῦ ναοῦ μὲ δεκανίκια. Ἄλ­λος ἔχει πόδια καὶ δὲν πηγαίνει στὴν ἐκ­κλησιὰ νὰ πῇ ἕνα εὐχαριστῶ στὸ Θεό, αὐτὴ παρὰ τὴν ἀναπηρία της πήγαινε.

Μεγάλο ἀγαθὸ ἡ ὑγεία! Πρέπει ν’ ἀρρωστήσῃ κανείς, γιὰ νὰ τὴν ἐκτιμήσῃ. Ποιός ἦ­ταν ὁ πιὸ πλούσιος Ἕλληνας, ποὺ μποροῦσε ν᾽ ἀγοράσῃ ὅλη τὴν Ἑλλάδα; Ὁ Ὠνάσης, ποὺ πήκτωσε τὴ θάλασσα μὲ τὰ καράβια του. Ὅ­ταν ὅμως ἀρρώστησε καὶ τὸν πῆγαν μὲ τὸ ἀεροπλάνο στὸ Παρίσι, στὶς καλύτερες κλινικές, εἶπε· ―Γιατρέ, κάνε με καλὰ καὶ σοῦ δίνω ὅ­λα τὰ καράβια μου… Βλέπεις λοιπόν, ὅτι ἐσὺ δὲν εἶσαι φτωχός. Ἔχεις ὑγεία; ἔχεις πλούτη. Τί νὰ τὰ κάνῃς τὰ λεφτά, τὰ ἀκίνητα καὶ τὰ αὐτοκίνητα; Παραπάνω ἀπ’ αὐτὰ εἶνε ἡ ὑγεία.

Ὁ παράλυτος λοιπὸν δὲν εἶχε ὑγεία. Πῶς ἔ­γινε παράλυτος; Ἀπὸ ἁμαρτίες, στὶς ὁποῖες εἶχε πέσει· αὐτὲς παρέλυσαν τὸ κορμί του. Γιατὶ εἶνε ἀλήθεια ὅτι οἱ περισσότε­ρες ἀρρώστιες προέρχονται ἀπὸ ἁμαρτήματα. Ἁμαρτάνει ὁ ἄνθρωπος, καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀρ­ρωσταίνει ἀλ­λὰ καὶ πεθαίνει. Πρόχειρο παράδειγμα τὸ τσιγάρο. Ὅποιος καπνίζει, ὄχι μόνο καίει τὰ λε­πτά του, ζαλίζει τὸ πνεῦμα του, ἀλλὰ καὶ φθεί­ρει τὴν ὑγεία του· ἀπὸ τὸ κάπνισμα προέρχονται πολλὲς ἀσθένειες· ἆσθμα, ἔμφρα­­γμα, καὶ ἄλλες, καὶ καρκίνος πρὸ παν­τός. Ἀπὸ τὸ τσιγάρο προέρχονται αὐτά, κι ἀπὸ τὰ δι­άφορα ἄλλα πάθη προέρχονται πολλὰ ἄλλα κα­κά, καὶ ἰδίως ἀρρώστιες. Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἁ­μάρτανε, δὲν θὰ ἀρρώσταινε. Τώρα γέμισε ὁ κόσμος ἀπὸ φάρμακα, γιατρούς, κλινικές, νοσοκομεῖα. Ἐν τούτοις ἀκόμα δὲ μπόρεσε νὰ βρεθῇ φάρμακο γιὰ τὸν καρκίνο, ὁ ὁποῖος θερίζει. Μέσ᾽ στοὺς δέκα ἀνθρώπους, ἕνας θὰ φύγῃ ἀπὸ καρκίνο, ὁ ἄλλος ἀπὸ τροχαῖο, ὁ ἄλλος ἀπὸ τὰ νεῦρα, ὁ ἄλλος ἀπὸ καρδιά, ὁ ἄλλος ἀπὸ ἐγκεφαλικό, κ.τ.λ.. Εἶνε ἀποτελέσματα τῆς ἁμαρτίας. Κι ὅσο αὐξάνει ἡ ἁμαρτία, τόσο θ’ αὐξάνουν καὶ οἱ ἀρρώστιες.

Ἄρρωστο λοιπὸν τὸ κορμὶ τοῦ παραλύτου, διότι προηγουμένως ἦταν ἄρρωστη ἡ ψυχή του. Καὶ ἀρρώστια τῆς ψυ­χῆς εἶνε ἡ ἁμαρτία. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Χριστὸς θεράπευσε πρῶτα τὴν ψυχή του καὶ μετὰ τὸ κορμί του. Τοῦ εἶπε· «Θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» (Ματθ. 9,2). Ἔδωσε μεγαλυτέρα σημασία στὴν ψυχή. Ἐνῷ ἐμεῖς τί κάνουμε· ἅμα ἀρρωστήσουμε σωματικῶς ἔστω καὶ λίγο, ἀμέσως τρέχουμε στὸ γιατρό· ἅμα ἀρρωστήσῃ ἡ ψυχή, ἀ­μελοῦμε. Κ’ εἶνε πο­λὺ ἄρρωστη ἡ ψυχή. Ἀλλὰ πόσοι πηγαίνουν στὸ γιατρὸ τῆς ψυχῆς, στὴν ἱερὰ ἐξομολόγησι; Ὁ Χριστὸς θεράπευσε τὸν παράλυτο πρῶτα ψυχικῶς. Ἔτσι ἔγινε καλὰ καὶ σωματικῶς, σηκώθηκε πάνω, αὐτὸς ποὺ δὲ μποροῦσε νὰ σηκώσῃ οὔτε τὸ κουτάλι του.

Τὸν εἶδαν ὅλοι καὶ δόξαζαν τὸ Θεό. Ὅλοι; Ὄχι ὅλοι. Ἦταν ἐκεῖ καὶ μερικοὶ ἄν­θρωποι κακοί. Ἦ­ταν γραμματεῖς, ἐχθροὶ τοῦ Χριστοῦ. Αὐ­­τοί, ὅταν εἶδαν τὸ θαῦμα, ἀντὶ νὰ πέσουν νὰ προσκυνήσουν τὸ Χριστό, μέσα τους τὸν κατη­γόρησαν. «Οὗτος βλασφημεῖ», εἶπαν (ἔ.ἀ. 9,3), βλαστημάει τὸ Θεό. Ποιός; ὁ Χριστός, ποὺ ἀ­πὸ τὰ χείλη του δὲ βγῆκε ποτὲ κακὸς λόγος.

* * *

Ὁ Χριστὸς δὲ βλαστήμησε, δὲν εἶπε ποτέ κακὸ λόγο. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ Χριστὸς δὲν εἶπε ποτέ κακὸ λόγο, οἱ ἄνθρωποι βλαστημοῦν, λένε ἄ­σχη­μα λό­για. Καὶ ὁ πιὸ ἄσχημος λόγος εἶ­νε ἡ βλασφημία, ἡ βλαστήμια. Βγαίνουν ἀπὸ μέσα τους φίδια καὶ σκορπιοί, λόγια ἐλεεινά.

Τὸ κακὸ πῆρε διαστάσεις. Σὲ κάθε πόλι καὶ χωριό, παντοῦ δυστυχῶς, ἀκούγεται βλασφη­μία. Δὲν ὑπάρχει μέρος ἀπηλλαγμένο ἀπ’ αὐ­τὴ τὴν πληγή. Βλαστημοῦν κάθε ὥ­ρα· πρωί, με­σημέρι, βράδυ. Βλαστημοῦν ὅ­που βρε­θοῦν· στὸ δρόμο, στὰ κέντρα διασκε­δάσεως, στὰ αὐ­τοκίνητα, στὰ ἀεροπλάνα, στὸ σιδηρόδρομο, στοὺς στρατῶνες, στὰ δικαστή­ρια, στὰ σχολεῖα. Βλαστημοῦν ὅλοι· ἄντρες, γέρον­τες, μικρὰ παιδιά, ἀκόμα καὶ γυναῖκες. Θεέ μου, κατηραμένο ἔθνος γίναμε!

Ὁ βλάστημος πέφτει πολὺ χαμηλά. Ὅποιος βλαστη­μάει, Χριστιανὸς δὲν εἶνε· ὁ Χριστι­ανὸς βέβαια δὲ λέει τέτοια πράγματα. Ὅποιος βλαστημάει, Ἕλληνας δὲν εἶνε· οἱ Ἕλληνες ἀνέκαθεν ἐ­σέβοντο τὰ θεῖα, καὶ δὲν εἶνε κατώ­τεροι οὔ­τε ἀπὸ τοὺς Τούρκους ποὺ δὲν ἀνέχονται νὰ τοὺς βλαστημήσῃς τὸν Ἀλλὰχ οὔτε ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους ποὺ δὲν ἀνέχονται νὰ τοὺς βλαστημήσῃς τὸν Ἰεχωβᾶ. Λοιπὸν βλα­στη­μᾷς; Χριστιανὸς δὲν εἶσαι. Βλαστη­μᾷς; Ἕλ­ληνας δὲν εἶσαι. Βλαστημᾷς; Οὔτε πο­λιτισμένος ἄνθρωπος εἶσαι· εἶσαι χειρότερος κι ἀπ’ τοὺς ἀγρίους τῆς ζούγκλας, ποὺ ἂν τολμήσῃς νὰ πῇς κάτι γιὰ τὸν ψεύτικο θεό τους, σὲ κάνουν κομμάτια. Βλαστημᾷς; Οὔτε λογικὸ πλάσμα εἶσαι· εἶσαι κατώτερος κι ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῷα. Λένε γιὰ ἕνα λιοντάρι ὅτι μέσα στὸ δάσος πάτησε ἀγκάθι καὶ πονοῦσε· κάποιος κυνηγός, μὲ φόβο, τοῦ ἀφαίρεσε τὸ ἀγ­κάθι ἀπὸ τὸ πόδι· κι ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη τὸ λιοντάρι τὸν ἀκολουθοῦσε σὰν ἀρνάκι. Γι’ αὐ­τὸ ὁ βλάστημος γί­νεται χειρότερος κι ἀπ’ τὰ θηρία. Ἀλλὰ τί λέω; Ὁ βλάστημος ἀποδεικνύ­εται χειρότερος κι ἀπὸ τὸ διάβολο· γιατὶ ὁ δι­άβολος ὅλα τ’ ἁμαρτήματα τὰ κάνει, δὲ βλαστημάει ὅμως· ἀκούει «Χριστὸς» καὶ τρέμει. Ὁ βλάστημος εἶνε χει­ρότερος ἀπ᾽ ὅλους. Κι αὐτὸ εἶνε τὸ κατάντημα.

Νὰ μὴ βλαστημάῃ κανείς λοιπόν. Ἀλλὰ καὶ νὰ μὴν ἀνεχώμεθα ἄλλους νὰ βλαστημοῦν. Σεῖς οἱ γυναῖκες, ἂν ἀκούσετε τὸν ἄντρα σας νὰ βλαστημάῃ, μὴν ἀδιαφορήσετε. Μιὰ γυναῖκα ἀπὸ τὰ Γρεβενὰ τὴν πάντρεψαν μὲ ἕνα βλάστημο. Μετὰ τὸ γάμο τοῦ λέει· Ἄκουσε, ἄντρα, σὲ ἀγαπῶ, ἀλλὰ παραπάνω ἀπὸ σένα ἀγαπῶ τὸ Θεό. Ἂν ξαναμπῇς στὸ σπίτι καὶ βλαστημήσῃς τὸ Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία, δὲ θὰ τὸ ἀνεχθῶ. Θύμωσες; βλαστήμησε τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα ποὺ μὲ γέννησαν, καὶ θὰ σὲ συχωρέσω· ἀλλὰ νὰ βλαστημήσῃς τὸ Θεό μου – τὸ Χριστό μου, δὲν ἔχω μάτια νὰ σὲ δῶ!… Παραπάνω ἀπ’ ὅλους εἶνε ὁ Θεός.

Εἶνε ντροπή μας νὰ μᾶς δίνουν μαθήματα ἄλλοι. Πῆγα σ᾽ ἕνα φυλάκιο τῶν συνόρων. Εἶχε καμμιὰ πενηνταριὰ στρατιῶτες. Τοὺς ρώ­τησα καὶ ὅλοι μοῦ εἶπαν τὸ ὄνομά τους. Λέω· ―Βλαστημᾶτε; Ἔσκυψαν τὸ κεφάλι. ―Δέ­σποτα, ὅλοι βλαστημᾶμε, συχώρεσέ μας. Ἕνας μόνο δὲ βλαστημάει μεταξύ μας· ὁ μουσουλμᾶνος ἀπὸ τὴν Ξάνθη, ποὺ ἔχουμε στὴ μονάδα… Ποῦ καταντήσαμε!

* * *

Ἂν δὲν ἀκούσουμε τὰ λόγια αὐτά, ἀγαπητοί μου, θὰ τιμωρηθοῦμε. Ἡ βλαστήμια εἶνε ἀ­πὸ τὰ σοβαρώτερα ἁμαρτήματα τοῦ λαοῦ μας. Ὄχι ὅτι τ᾽ ἄλλα ἔθνη εἶνε ἅγια. Κι αὐτὰ ἔ­χουν ἁμαρτίες· ἡ ῾Ρωσία τὴν ἀθεΐα, ἡ Γαλλία τὸν ἐκ­­φυλισμό, ἡ Ἀγγλία τὴ φιλαργυρία, ἡ Γερμα­νία τὴν ὑπερηφάνεια, ἡ Ἀμερικὴ τὴ λατρεία τῆς κυριαρχίας. Ἀλλὰ κ’ ἐμεῖς ἔχουμε δυὸ μεγάλα ἁ­μαρτήματα· τὸ ἕνα εἶνε τῶν ἀντρῶν, τὸ ἄλ­λο τῶν γυναικῶν. Τὸ ἁμάρτημα τῶν γυναι­κῶν εἶνε ὅτι ἔπαυσαν νὰ γεννοῦν, καὶ τὸ ἁμάρ­τημα τῶν ἀντρῶν εἶνε ὅτι βλαστημοῦν τὸ Θεό. Αὐτὰ τὰ δυὸ ἁμαρτήματα εἶνε τὰ πιὸ μεγάλα. Καὶ πρέπει ὅλοι νὰ μετανοήσουμε γιὰ ὅλα, καὶ ἰδιαιτέρως γι’ αὐτά· καὶ οἱ γυναῖκες νὰ σταματήσουν τὶς ἐκτρώσεις ἢ ἀμβλώσεις, καὶ οἱ ἄντρες νὰ πάψουν τὴ βλασφημία.

Αὐτά, ἀγαπητοί μου, εἶχα νὰ σᾶς πῶ. Καὶ εὔ­χομαι ὁ τόπος μας νὰ μείνῃ καθαρὸς ἀπὸ τὴ βλαστήμια, γιὰ νὰ ἔχῃ τὴν εὐλογία τοῦ Χριστοῦ· ἀμήν.


† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Γεωργίου Βεύης – Φλωρίνης 25-7-1976)