«Τό μυστήριο τοῦ θανάτου καί τά μετά θάνατον»
Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου,Προηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου
«Τίς ἐστιν ἄνθρωπος ὅς ζήσεται καί οὐκ ὄψεται θάνατον;»[1].
Τό ἐρώτημα αὐτό τοῦ ψαλμωδοῦ ἀποτελεῖ ταυτόχρονα τήν βεβαιότητα, ἀλλά καί τήν βαθειά ἀγωνία τοῦ ἀνθρώπου, πού τόν ἀκολουθεῖ σέ ὅλη τήν ἐπίγεια ζωή του. Τό ἐρώτημα τοῦ θανάτου, ὅπως καί τῆς ζωῆς, ἀπασχολεῖ διαχρονικά τόν ἄνθρωπο, ἀπό τήν ἀρχαιότητα μέχρι καί σήμερα. Ἀποτελεῖ τήν μόνιμη πηγή τῶν ἀμφιβολιῶν καί τῆς ἀγωνίας του· γεννᾶ ἐρωτηματικά καί ἀδιέξοδα· δημιουργεῖ ἐναγώνια διλήμματα· τροφοδοτεῖ καί ἀναπαράγει τήν κενότητα καί τό ἀνικανοποίητο.
Τί εἶναι ὁ θάνατος
Γιὰ τὴ συνηθισμένη ἀντίληψη τοῦ κόσμου, ἀποτελεῖ τήν τραγικότερη ἐκδήλωση τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ σημαίνει τόν βίαιο καί ὁριστικό τερματισμό της. Ὁ Πλάτωνας ἔλεγε ὅτι φιλοσοφία εἶναι ἡ μελέτη τοῦ θανάτου[2]. Τό φαινόμενο τοῦ θανάτου εἶναι τό μεγαλύτερο πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί ὁλόκληρης τῆς δημιουργίας.