Ὁ Ἀρχ. Ἐλπιδοφόρος ἐνεργεῖ ὡς διαστροφεὺς τοῦ ἱεροῦ, μήπως θὰ ταυτισθῆ καὶ μὲ τὸν “φόνον” τῆς Ἑλληνικῆς Ὁμογενείας τῆς Ἀμερικῆς;
Ἐνδοκοσμικὴ ὡραιότης τοῦ ἀρχαίου καὶ πνευματικὴ ὡραιότης τοῦ χριστιανικοῦ Ἑλληνισμοῦ
Η ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΦΟΝΟΝ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
Ἀπὸ τὴν ἀναζήτησιν καὶ εὕρεσιν τοῦ ἱεροῦ εἰς τὴν «τέχνην» τῆς διαστροφῆς του
Γράφει ὁ κ. Λέων Μπράνγκ, Θεολόγος
Ἡ Ἀρχαία Ἑλλάδα ἔχει νὰ ἐπιδείξει μία θαυμαστὴ θεοκεντρικότητα. Στὶς ἀκροπόλεις -ἀπὸ τὸ ἄκρον καὶ πόλις, πόλη στὸ ἀκρότατο σημεῖο, δηλαδὴ ὑπερυψωμένο μέρος τῆς πόλης-, ἀφοῦ κατεῖχαν κεντρικὴ θέση στὸ συγκρότημα τῆς πόλης, οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες συγκέντρωσαν προοδευτικά τούς ναοὺς τῶν θεῶν τους, στοὺς ὁποίους ὕψωναν τὰ μάτια τους μέσα στὴν καθημερινότητά τους. Ἡ ὅλο καὶ πιὸ ὄμορφη, πιὸ λαμπρὴ κατασκευὴ τῶν ναῶν -ἀπὸ ναίω ποὺ σημαίνει κατοικῶ- ἦταν ἡ ἄξια κατοικία τῶν θεῶν τους. Μὲ τὴν λατρεία αὐτῶν τῶν θεοτήτων ποθοῦσαν νὰ καλύψουν ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς. Φανέρωναν ἔτσι τὴν πίστη τους στὴν ὕπαρξη τοῦ ἀληθινοῦ, παρότι ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία καὶ ὁ κάθε ἄνθρωπος μὲ τὴν ἀνεπάρκειά του στὴν πραγματοποίηση τῶν ἀρετῶν φανέρωναν τὸ ἀντίθετο. Πάντως μὲ τὴ λατρεία τῶν θεοτήτων οἱ ἀρχαῖοι ἀναζητοῦσαν βαθύτατα τὴν ὁλοκλήρωση, τὴν πληρότητα τοῦ ἑαυτοῦ τους. Χαρακτηριστικὸ στὴν συνάφεια αὐτὴ εἶναι, ὅτι δὲν παρουσίαζαν τiς ἀρετὲς καθ’ ἑαυτές, ἀλλὰ τὶς συνέδεαν μὲ πρόσωπο, ἔστω μὲ ἕνα φανταστικὸ θεϊκὸ πρόσωπο καὶ τὶς λάτρευαν ὡς στοιχεῖα προσώπου. Ὡς θεότητες, γεννημένες στὴν ἀνθρώπινη φαντασία, παρέμειναν, φυσικά, πάντα στὴ γήινη σφαῖρα, σὲ μία, ἔστω κατὰ προσέγγιση, τέλεια ἀναζήτηση τῆς γήινης διάστασης. Οἱ Θεοὶ ἦταν ἕνα στοιχεῖο τῆς γῆς, ἀνθρωπόμορφοι, μὲ ἀρετὲς καὶ μὲ πάθη, ὅπως ἀκριβῶς καὶ οἱ ἄνθρωποι. Ἁπλῶς ποσοτικὰ ὑπερεῖχαν τῶν ἀνθρώπων, τόσο στὶς ἱκανότητες, ὅσο καὶ στὶς ἀρετὲς τους (σοφία, ὀμορφιά, δεξιοτεχνία κ.ἄ.). Ὡστόσο ἡ πνευματικότητα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων εἶναι δεδομένη. Ἀφαιρώντας, κατὰ τὴν ἀναζήτησή τους, ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσης κάθε ψεγάδι, τὰ ἀνήγαγαν στὴν τελειότητα. Ἀπέβλεπαν στὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν ἁρμονία τῶν ἔργων καὶ ἀρχιτεκτονημάτων τους καί, ἀναφορικὰ μὲ τὰ γλυπτά, στὴν τελειότητα τῶν σωματικῶν ἀναλογιῶν καὶ στὴν ζωντάνια τῆς ἔκφρασής τους. Μόνο αὐτὴ ἡ τελειότητα ἅρμοζε στὸ ἱερό, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζεται ἡ ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ τέλεια βίωσή του.