Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἰωάννη Θ. Μπάκα Λέκτορος ΑΠΘ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἰωάννη Θ. Μπάκα Λέκτορος ΑΠΘ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Ιουνίου 2017

''[...] Δὲν εἶναι δὲ ὑπερβολὴ νὰ ὑποστηριχθεῖ ὅτι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἀπὸ πνευματικὸς καθοδηγητής, μετεξελίχθηκε οὐσιαστικὰ σὲ πολιτικὸ ἡγέτη τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν.''...

Τo Βυζάντιο μετά την άλωση. Η Εκκλησία ως επιβίωση του Βυζαντίου

Ἰωάννη Θ. Μπάκα
λέκτορος ΑΠΘ
Ἡ Ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης τὸ 1453 ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς ἔβαλε τέλος στὴ ζωὴ τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας ὡς κρατικῆς πολιτειακῆς ὀντότητας. Ἡ Ἅλωση τῆς Πόλης, παρὰ τὸ ὅτι βιώθηκε ὡς κατακλυσμιαῖο γεγονὸς ἀπὸ τοὺς ὀρθοδόξους, δὲν ὁδήγησε ὡστόσο στὴ διακοπὴ τῆς βυζαντινῆς ἱστορικῆς καὶ πολιτιστικῆς τους παράδοσης. Τὸ τραγικὸ αὐτὸ γεγονὸς ἀποτέλεσε τὴν ἀρχὴ γιὰ ἕνα νέο κεφάλαιο στὴν ἱστορία τῶν ὀρθοδόξων, ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἐπιβίωση τῆς βυζαντινῆς κληρονομιᾶς στοὺς ὑπόδουλους Ρωμηούς.
Στὶς τουρκοκρατούμενες περιοχὲς ἡ ὑποδούλωση σὲ ἕναν κατακτητὴ μὲ ἄλλη θρησκεία εὐνόησε περισσότερο τὴν προσήλωση στὴ βυζαντινὴ παράδοση. Μετὰ τὴν Ἅλωση καὶ τὴν ἔλλειψη ἀπὸ τὸ προσκήνιο τοῦ Ρωμαίου αὐτοκράτορα, ἑνὸς ἀπὸ τοὺς δύο στύλους τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, ἀπέμεινε ὁ δεύτερος, δηλαδὴ ὁ Πατριάρχης, ὁ ὁποῖος, μὲ τὴ συγκατάθεση καὶ τῆς ὀθωμανικῆς ἐξουσίας διεύρυνε τὸν κύκλο τῶν ἁρμοδιοτήτων του, ἀποκτῶντας ἐκτὸς ἀπὸ τὶς πνευματικὲς καὶ δικαιοδοτικὲς καὶ νομοθετικές. Ἡ Ἐκκλησία, κατὰ τὸν Π. Κονόρτα, ἀναδείχτηκε συνεπῶς σὲ σημαντικὸ παράγοντα κοινωνικῆς καὶ ἐκπαιδευτικῆς πρόνοιας καὶ διαμόρφωσης συλλογικῆς συνείδησης, ἀπαραίτητης γιὰ τὴ συνοχὴ τῆς μεταβυζαντινῆς κοινωνίας. Σύμφωνα μὲ τὸν π. Γ. Μεταλληνό: τὸ γεγονός, ὅτι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κράτησε ὡς ἔμβλημά του τὸ Δικέφαλο, τὸ σύμβολο τῆς Ρωμαίικης Αὐτοκρατορίας, δὲν ἦταν ἁπλὸς τύπος, γιατί ἀνταποκρινόταν στὰ πράγματα. Μετὰ τὴν Ἅλωση ὁ Πατριάρχης κληρονόμησε μαζὶ μὲ τὰ σύμβολα καὶ τὰ προνόμια τοῦ βυζαντινοῦ αὐτοκράτορα καὶ τὸ ἔμβλημα τοῦ δικέφαλου ἀετοῦ, τὸ ὁποῖο μεταβλήθηκε ἔκτοτε σὲ ἐκκλησιαστικὸ ἔμβλημα. Ἡ Ἐκκλησία τὸ υἱοθέτησε καὶ τὸ διατήρησε στὶς σφραγῖδες της, στὰ τέμπλα καὶ τὰ δάπεδα τῶν ναῶν, στὰ ἄμφια τῶν ἀρχιερέων.

Ἱ. Ναὸς Zωοδόχου Πηγῆς Μπαλουκλί, Κωνσταντινούπολη. Τὸ Ἁγίασμα στὴν μαρμαρόκτιστη πηγή στὸν ὑπόγειο Ναό.
Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἐνδυόμενος καὶ τὸν αὐτοκρατορικὸ μανδύα γινόταν παράλληλα καὶ συνεχιστὴς τῆς αὐτοκρατορικῆς ἐξουσίας τὴν ὁποία εἶχε κληρονομήσει. Ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διατήρησε ἔτσι τὴν πολιτικὴ ἐξουσία τοῦ Βυζαντίου. Δὲν εἶναι δὲ ὑπερβολὴ νὰ ὑποστηριχθεῖ ὅτι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἀπὸ πνευματικὸς καθοδηγητής, μετεξελίχθηκε οὐσιαστικὰ σὲ πολιτικὸ ἡγέτη τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν. Τὸ Πατριαρχεῖο θύμιζε στοὺς ὀρθοδόξους τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας τὴ βασιλεία τῶν Ἐώων Ρωμαίων ποὺ χάθηκε μὲ τὴν Ἅλωση τῆς Πόλης, καθὼς ἦταν ὁ μόνος θεσμὸς τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας ποὺ διασώθηκε μετὰ τὸ 1453. Σύμφωνα μὲ τὸν Ρουμάνο ἱστορικὸ καὶ πολιτικὸ Ν. Jorga ἔχουμε ἔτσι τὴν ἐμφάνιση ἑνὸς «Βυζαντίου μετὰ τὸ Βυζάντιο». Μετὰ τὴν Ἅλωση, ἡ Ἐκκλησία, κατὰ τὸν Μέγεντορφ, διατηρήθηκε ὡς ἡ κοινότητα ὅλων τῶν ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι βρέθηκαν κάτω ἀπὸ τὴν ὀθωμανικὴ κυριαρχία συγκεντρώνοντας πολλὰ ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικά τοῦ βυζαντινοῦ παρελθόντος. Ὁ Πατριάρχης τέθηκε ὡς ἐπικεφαλῆς τοῦ γένους τῶν Ρωμηῶν ραγιάδων (millet), ὑπεύθυνος γι΄ αὐτοὺς ἔναντι τῆς ὀθωμανικῆς ἐξουσίας.
Ταυτόχρονα ὅμως ὑπεύθυνος γιὰ τὴ διατήρηση τῆς πίστης, τὴν ἐπιβίωση τοῦ ποιμνίου του καὶ τὴ διαφύλαξη τῆς ὀρθόδοξης βυζαντινῆς παράδοσης. Ἡ ἐξέλιξη αὐτὴ ἐνίσχυσε τὴ θεσμικὴ ἰσχὺ τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως καὶ τοῦ ἴδιου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη. Ἡ διατήρηση τῆς βυζαντινῆς μνήμης συνιστοῦσε γιὰ τὴν Ἐκκλησία αὐτονόητο γεγονὸς, ἀλλὰ καὶ συνειδητὴ ἐπιδίωξη γιὰ τὴν προστασία τοῦ ποιμνίου της.  Ὁ Πατριάρχης Μάξιμος Γ΄ μάλιστα ἔγραψε στὸ Δόγη τῆς Βενετίας τὸ 1480: «Ὑπὲρ τῆς πίστεως αὐτῆς καὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως μὴ ἑξαλειφθείη ἀπὸ τῶν μερῶν τούτων ἀγωνιζόμεθα καὶ καθ΄ ἑκάστην μαρτυρικὴν ἀνύομεν ὁδόν…» Τὰ βυζαντινὰ πρότυπα κάλυψαν σχεδὸν ὅλες τὶς ἐκφάνσεις ζωῆς καὶ λειτουργίας τῆς Ἐκκλησίας στὸ νέο περιβάλλον ποὺ διαμορφώθηκε μετὰ τὴν Ἅλωση. Ἡ Ἐκκλησία ἀποτελοῦσε ὄχι μόνο χῶρο πίστης, ἀλλὰ κυρίως τόπο κοινωνικῆς συνοχῆς.