
Χαίρεις Κωνσταντίνε τῆς Βόρειας Ἠπείρου.
Toῦ Βασίλειου Εὐσταθίου,Δρ. Φυσικοῦ, πτ. Θεολογίας (Τμ.Κοιν.Θ.ΕΚΠΑ)
Ἦταν καὶ φέτος ἡ ἀγαπημένη του ἑορτή. Εἶχε τὴν φλογερὴ ἐπιθυμία νὰ ὑψώσει καὶ αὐτὴ τὴν φορὰ τὴν γαλανόλευκη μὲ τὸν σταυρό. Ὅμως τώρα κάποιοι εἶχαν ἄλλα σχέδια γι΄ αὐτόν. Τόν γνώριζαν καλὰ καὶ δὲν ἄντεχαν ἄλλο αὐτὴ τὴν ἀγάπη ποὺ ἔτρεφε στὴν καρδιά του καὶ ἄφοβα τὴν ἔκφραζε χωρὶς ὁλωσδιόλου νὰ τοὺς ὑπολογίζει.
Πῶς εἶναι δυνατόν σὲ ἀλλότριο ἔδαφος νὰ μιλᾶς τόσο ἐλεύθερα γιὰ ἐκεῖνο ποὺ ἐκεῖ μισεῖται; «Πῶς ᾄσωμεν τὴν ᾠδὴν Κυρίου ἐπὶ γῆς ἀλλοτρίας;», Ψ. 136,4. Αὐτὴ τὴν φορὰ θὰ τοῦ στεροῦσαν τὴν χαρά, αὐτὴν τὴν χαρὰ ποὺ πήγαζε ἀπὸ τὰ γαλανὰ χρώματα τῆς ἀγάπης του. Καὶ ἄς σήμαινε αὐτὸ ὅτι θὰ τοῦ στεροῦσαν καὶ τὴ ζωὴ μαζί. Γιατὶ ἤταν ἀδείλιαστος καὶ ἀκριβῶς αὐτὸ γνωρίζοντας, τοῦ ἑτοίμασαν τὸ δόλωμα, τὸ ἀπόλυτα κατάλληλο καὶ βέβαια ἀποτελεσματικό. Δὲν ἔπεσαν ἔξω, ἔπεσε στὴν παγίδα. Ἕνα μόνο δὲν λογάριασαν. Ἤθελε καὶ αὐτὸς νὰ πέσει!

