Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2016

Πρωτοπρ. Βασίλειος Α. Γεωργόπουλος

Οι αιρετικοί και η Αγία Γραφή κατά τον άγ. Ιωάννη τον Χρυσόστομο
Πρωτοπρ. Βασίλειος Α. Γεωργόπουλος, Δρ. Θ

ΠΗΓΗ:


Ο ιερός Χρυσόστομος ανήκει στις πλέον επιφανείς και εξέχουσες πατερικές προσωπικότητες. Υπήρξε συν τοις άλλοις ο ανυπέρβλητος ερμηνευτής της Αγίας Γραφής, «ο γαρ των του Θεού απορρήτων σοφός προφήτης» κατά τον άγιο Ισίδωρο τον Πηλουσιώτη (Επισ. Ι, 156. ΡG 78, 288 Β). Το ερμηνευτικό του έργο είναι μοναδικό μέσα στην ιστορία της Εκκλησίας τόσο για τον όγκο του όσο και για το βάθος, τον πλούτο, τον ρεαλισμό και τη σαφήνειά του (Βλ. H. F. von Campenhausen, Griechische Kirchenväter, 8η έκδ, 1993, σ. 137. B. Altaner - A. Stuiber, Patrologie, Sonderausgabe, 1993, σ. 324). 

Ο ιερός Χρυσόστομος δεν υστέρησε φυσικά και στην υπεράσπιση της Ορθοδόξου πίστεως εναντίον των διαφόρων αιρετικών. Η πτυχή αυτή του έργου του μαρτυρείται με σαφήνεια και στις ερμηνευτικές του παρατηρήσεις σε διάφορα χωρία της Αγ. Γραφής που διαστρέβλωναν οι αιρετικοί της εποχής του.

Στο πλαίσιο, λοιπόν, αυτό, τόσο της ερμηνευτικής του εργασίας όσο και της υπεράσπισης της Εκκλησιαστικής διδαχής ο Ι. Χρυσόστομος έχει περιγράψει βασικές πρακτικές των αιρετικών που δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο οι αιρετικοί χρησιμοποιούν την Αγ. Γραφή στην προσπάθειά τους να παρασύρουν ανύποπτους και ακατάρτιστους ανθρώπους σε θέματα πίστεως. Και στο σημείο, όμως, αυτό έχει παραμείνει μοναδικός και ανυπέρβλητος. Όσα επισήμανε τότε για τις αιρετικές μεθοδεύσεις έχουν διαχρονική επικαιρότητα, καθώς οι ίδιες πρακτικές, με τις ίδιες συνέπειες, χρησιμοποιούνται και σήμερα από το πλήθος των σύγχρονων αιρετικών ομάδων. 
     α) Η πρώτη βασική επισήμανσή του σχετίζεται με τα γενεσιουργά αίτια των διαφόρων αιρέσεων. Ενώ η Εκκλησία είναι σώμα Χριστού αντιθέτως η αφετηρία των διαφόρων αιρέσεων σχετίζεται με την ύπαρξη ενός νοσηρού και πνευματικά επικίνδυνου φαινομένου. Λέγει ο Ι. Χρυσόστομος: «Τούτο το δένδρον (σ. σ της αιρέσεως) εφύτευσεν μεν λογισμών άκαιρος περιέργεια, επότισε δε απόνοιας τύφος, ηύξησε δε φιλοδοξίας έρως» (PG 48, 719).



     β) Θεμελιώδης πρακτική των διαφόρων χριστιανικών αιρέσεων αποτελεί η διαστροφή του νοήματος των αγιογραφικών χωρίων και η κατανόησή τους εκτός των συμφραζομένων και της ευρύτερης νοηματικής τους συνάφειας. Τέτοιου είδους πρακτικές τις συνδυάζουν με την μόνιμη επωδό, ότι οι ισχυρισμοί τους είναι η άποψη της Αγ. Γραφής. Επισημαίνει σχετικά ο Ι. Χρυσόστομος γι' αυτό: «Ου τοίνυν αρκεί το ειπείν, ότι εν τη Γραφή γέγραπται, αλλά χρη και την ακολουθίαν αναγνώναι πάσαν, επεί ει μέλλοιμεν διακόπτειν την προς άλληλα συνέχειαν αυτών και συγγένειαν, πολλά τεχθήσονται πονηρά δόγματα» (PG 56,156)

Στην ίδια συνάφεια επισημαίνει πάλι: «Ου’ δει απλώς τας των Γραφών ρήσεις παραφέρειν, ουδέ εκκόπτοντας της ακολουθίας, ουδέ της συγγενείας αποσπώντας, ουδέ έρημα και γυμνά τα ρήματα της των επομένων ή προλαβόντων βοηθείας λαμβάνοντας συκοφαντείν απλώς και επηρεάζειν»(ΡG 56,158). 

     γ) Ο κάθε αιρετικός που παρουσιάζει τις πλάνες του ως απόψεις της Αγ. Γραφής θεωρείται κατά τον Ι. Χρυσόστομο ως «ο δόγματα φρικτά και απόρρητα λυμηνάμενος» (PG 61, 622-623). Την αλήθεια αυτή την κάνει πιο σαφή με ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα. Αναφέρει: «Καθάπερ γαρ εν τοις βασιλικοίς νομίσμασιν ο μικρόν του χαρακτήρος περικόψας, όλον το νόμισμα κίβδηλο ειργάσατο, ούτω και ο της υγιούς πίστεως και το βραχύτατον ανατρέψας, τω παντί λυμαίνεται» (PG 61, 622 ). 

     δ) Καθώς απουσιάζουν απ’ αυτούς οι πνευματικές προϋποθέσεις ορθής ερμηνείας, οι διάφοροι αιρετικοί παρουσιάζουν ως διδασκαλία της Αγ. Γραφής«τη των οικίων λογισμών ασθενεία» (PG 59, 146). Πώς επιτυγχάνεται αυτό; Με το «διεστραμμένως απαγγέλειν τα εν ταις Γραφαίς κείμενα, ή προστιθέντας ή υφαιρούντας». Αποτέλεσμα αυτών των αιρετικών πρακτικών είναι το «επιζοφούν την αλήθεια» (PG 56, 156) και «Τη αληθεία αεί παρεισάγειν την πλάνην πολλά επιχρωννύντα αυτή τα ομοιώματα, ώστε ευκόλως κλέψαι τους ευεξαπατήτους»(PG 58, 475). 

     ε) Ο Ι. Χρυσόστομος έχει αναφερθεί επίσης και στα διάφορα προσωπεία τα οποία χρησιμοποιούν οι αιρετικοί. Συνήθως αποκρύπτουν την πραγματική τους ταυτότητα και παραπληροφορούν, παρότι επικαλούνται την Αγ. Γραφή. Με τον ρεαλισμό που τον διακρίνει επισημαίνει: «Παρά μεν την αρχήν συσκιάζουσιν εαυτούς, επειδάν δε πολλήν λάβωσι την παρρησίαν και λόγου τις αυτοίς μεταδώ τότε τον ιόν εκχέουσιν» (PG 58, 477). Και αλλού: «Εργάζονται μεν γαρ, αλλ’ ανασπώσι τα πεφυτευμένα. Επειδή γαρ ίσασιν, ότι ετέρως ουκ αν γένοιντο ευπαράδεκτοι, το προσωπείον λαβόντες της αληθείας, ούτω το δράμα της πλάνης υποκρίνονται. (. . . ). Σχήμα μόνον αυτοίς, η δορά του προβάτου επίκειται». (PG 61, 563). Το προσωπείο, όμως, δεν δηλώνει ειλικρίνεια αλλά δόλο και μεθόδευση.

     στ) Επανειλημμένα μέσα στις ομιλίες του ο ιερός πατέρας είχε τονίσει την αναγκαιότητα και τη σπουδαιότητα της συστηματικής, προσεκτικής και συνεχούς μελέτης της Αγ. Γραφής από τους χριστιανούς. Την προτροπή αυτή τη συνοψίζει ο λόγος του «Παρακαλώ μετά πολλής σπουδής την ανάγνωσιν των θείων Γραφών ποιώμεθα. Ούτω γαρ και της γνώσεως επιτευξόμεθα, ει συνεχώς επίωμεν τα εγκείμενα» (PG 53, 321). Και τούτο γιατί μεταξύ των πολλών πνευματικών καρπών που προέρχονται από την αγιογραφική κατάρτιση των χριστιανών, συναριθμεί και τη δυνατότητα απάντησης καιαναίρεσης των αιρετικών ισχυρισμών.

Εν προκειμένω ο Ι. Χρυσόστομος είναι εξαιρετικά σαφής: «Κάτασχε αυτόν, και περίστηθι, και μη αφής αποπηδήσαι, μηδέ αναχωρήσαι εις τον λαβύρινθον των λογισμών αλλά κάτασχε, και απόπνιξον, μη τη χερί, αλλά τω ρήματι, μη δως αυτώ διαστολάς και διαφυγάς, ας βούλεται. Εκείθεν θόρυβον εμποιούσι τοις διαλεγομένοις, επειδή ημείς αυτοίς ακολουθούμεν, και ουχ άγομεν υπό τους νόμους των θείων Γραφών. Περίθες τοίνυν αυτώ τειχίον πάντοθεν, τας από των Γραφών μαρτυρίας, και ουδέ χάναι δυνήσεται». (PG 56, 167). 

Θα ολοκληρώσουμε την μικρή αυτή αναφορά μας στη διδασκαλία του ιερού πατέρα με μία καίριας σπουδαιότητας επισήμανση, η οποία αποτελεί ταυτοχρόνως και θεμελιώδη και αναντικατάστατη ορθόδοξη ποιμαντική αρχή. Ο ορθόδοξος χριστιανός στο πρόσωπο του κάθε αιρετικού βλέπει ένα θύμα του πονηρού. Ένα άρρωστο πνευματικά άνθρωπο. Γι' αυτό λέγει ο Ι. Χρυσόστομος «τω λόγω διώκω ου τον αιρετικόν, αλλά την αίρεσιν, ου τον άνθρωπο αποστρέφομαι αλλά την πλάνην μισώ, και επισπάσασθαι βούλομαι» (PG 50, 701).