Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Ι.Μ.Πειραιώς: Θεολογική, οντολογική, ιατρική, ιστορική και κοινωνιολογική θεώρηση της ομοφυλοφιλίας

Τέλος ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, σχολιάζοντας τον παρά πάνω Ζ΄ Κανόνα του Μεγάλου Βασιλείου, λέγει ότι: «Τόσον δε φοβερόν πράγμα είναι η αρσενοκοιτία, καθώς στοχάζεται ένας διδάσκαλος, ώστε οπού ο ίδιος ο Θεός ηθέλησε να καταβή προσωπικώς διά να ιδή, αν τη αληθεία ενεργήται τοιαύτη αμαρτία, ωσάν να μην επίστευε καλά, αν ήτο δυνατόν να ευρεθή επάνω εις την γήν μία τοιαύτη τερατώδης κακία».


[ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ]

Θεολογική θεώρηση.

Όπως έχουμε αναφερθεί και στο παρελθόν, οι ομοφυλοφιλικές σεξουαλικές σχέσεις δεν είναι μια απλή και για πολλούς «φυσιολογική πραγματικότητα», αλλά ένα θέμα που έχει πρωτίστως τεράστιες θεολογικές διαστάσεις. Δεν πρόκειται για φυσιολογική κατάσταση, αλλά για σαφέστατη εναντίωση στη διδασκαλία της Εκκλησίας μας και συγχρόνως για ξεκάθαρη, από κάθε άποψη, διαστροφή της ανθρώπινης οντολογίας και φυσιολογίας.

Όπως είναι γνωστό από την βιβλική διήγηση της Γενέσεως, οι συζυγικές σχέσεις ανδρός και γυναικός αποτελούν μεταπτωτικό φαινόμενο. Ο «Αδάμ έγνω Εύαν την γυναίκα αυτού», (Γεν.4,1), αφού πλέον παρέβη την εντολή του Θεού  και εξεβλήθη του παραδείσου. Υιοθετούνται δε από τον Θεό οι σχέσεις αυτές ως οι μόνες κατά φύσιν ανθρώπινες σχέσεις, μέσα στους όρους της οικονομίας του Θεού και ως αντίδοτο, τρόπον τινά, του βιολογικού θανάτου, που ήταν αποτέλεσμα του πνευματικού θανάτου εξ’ αιτίας της αμαρτίας. Είναι λοιπόν προφανές, ότι συζυγικές σχέσεις ανδρός με άλλον άνδρα, ή γυναικός με άλλην γυναίκα αποτελούν μία παρά φύσιν κατάσταση, ένα είδος σεξουαλικής διαστροφής, ξένο και άγνωστο όχι μόνο στο αρχικό σχέδιο της δημιουργίας του ανθρώπου, αλλά και στο σχέδιο της οικονομίας του, μετά δηλαδή την πτώση των πρωτοπλάστων, αφού ήταν αδύνατον να υπάρξει μιά τέτοιου είδους σχέση στο πρώτο ανθρώπινο ζεύγος.

Τούτο μαρτυρεί πέραν των άλλων η ίδια η οντολογία της κατασκευής του ανθρώπου. Η κατασκευή δηλαδή υπό του Θεού των γεννητικών οργάνων ανδρός και γυναικός αποτελούν τρόπον τινά ένα οδοδείκτη, που μας δείχνει ποιά είναι η κατά φύσιν σχέσις και ποιά η παρά φύσιν. Πέραν τούτου πουθενά στο ζωϊκό βασίλειο δεν συναντούμε μιά τέτοιου είδους παρά φύσιν σχέση, πράγμα το οποίον μαρτυρεί ξεκάθαρα, ότι η ομοφυλοφιλία αποτελεί θλιβερό «προνόμιο» μόνο των ανθρώπων, ως αποτέλεσμα αποκλειστικά μιάς διεστραμένης επιλογής και όχι ως οργανική πάθηση. Όπως παρατηρεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, τα ζώα «ουκ οίδε τούτον τον έρωτα, αλλ’ έστηκεν είσω των της φύσεως όρων. Καν μυριάκις κοχλάζει, τους της φύσεως ουκ ανατρέπει νόμους».[2]

Την τελεία αποστροφή, αλλά και την οργή του Θεού, απέναντι στο πάθος αυτό εκδηλώνει ο Θεός για πρώτη φορά στους κατοίκους των Σοδόμων και Γομόρων, που είχαν γίνει διαβόητοι για τις πολλές αμαρτίες των, κυρίως όμως για το αμάρτημα της ομοφυλοφιλίας, σύμφωνα με την διήγηση της Γενέσεως, (κεφ.19). Ο Θεός εξολοθρεύει τους κατοίκους των πόλεων αυτών, ρίχνοντας πύρ και θείον από τον ουρανό. Αργότερα, στη Μωσαϊκή Νομοθεσία, το πάθος αυτό χαρακτηρίζεται από τον Θεό ως βδέλυγμα: «Ος εάν κοιμηθή μετά άρσενος κοίτην γυναικός, βδέλυγμα εποίησαν αμφότεροι. Θανάτω θανατούσθωσαν, ένοχοι εισίν» (Λευϊτ.20,13). Στην Καινή Διαθήκη ο απόστολος Παύλος στιγματίζει με τα μελανώτερα χρώματα στις επιστολές του την σεξουαλική αυτή διαστροφή: «αι τε γαρ θήλειαι αυτών μετήλλαξαν την φυσικήν χρήσιν εις την παρά φύσιν, ομοίως δε και οι άρσενες αφέντες την φυσικήν χρήσιν της θηλείας εξεκαύθησαν εν τη ορέξει αυτών εις αλλήλους, άρσενες εν άρσεσι την ασχημοσύνην κατεργαζόμενοι και την αντιμισθίαν ην έδει της πλάνης αυτών εν εαυτοίς απολαμβάνοντες… οι τοιαύτα πράσσοντες άξιοι θανάτου εισίν» (Ρωμ.1,26-32). Στην Α΄ προς Κορινθίους  επιστολή προσθέτει: «μη πλανάσθε· ούτε πόρνοι, ούτε ειδωλολάτραι, ούτε μοιχοί, ούτε μαλακοί, ούτε αρσενοκοίται, ούτε πλεονέκται, ούτε κλέπται, ούτε μέθυσοι, ου λοίδοροι, ουχ άρπαγες βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι», (Α΄Κορ.6,9-11).

Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, ακολουθούντες την διδασκαλία της Αγίας Γραφής, στηλιτεύουν και αυτοί κατά παρόμοιο τρόπο το πάθος και υποδεικνύουν τον τρόπο της θεραπείας του. Αναφέρουμε ενδεικτικά ορισμένους εξ’ αυτών: Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ονομάζει το πάθος αυτό «κολοφώνα των κακών».[3] Στην ερμηνεία της προς Ρωμαίους επιστολής το θεωρεί ασυγκρίτως χειρότερο από όλα τα άλλα πάθη: «Πάντα μεν ουν άτιμα τα πάθη, μάλιστα δε η κατά των αρρένων μανία, ότι την κατά φύσιν ατιμάσαντες επί την παρά φύσιν έδραμον. Δυσκολώτερα δε τα παρά φύσιν και αηδέστερα. Εσχάτης εστίν απωλείας δείγμα…Τούτους εγώ και ανδροφόνων χείρους είναι φημί…Και όπερ αν είποις αμάρτημα, ουδέν ίσον ερείς της παρανομίας ταύτης…Τοσούτον πορνείας χείρον εστίν, όσον ουδέ έστιν ειπείν».[4] Παρά κάτω προσδιορίζει την αιτία του κακού: «Πόθεν η επίτασις της επιθυμίας ταύτης; Από της του Θεού εγκαταλείψεως».[5] Κατά παρόμοιο τρόπο ομιλεί και ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας: «Ουδενός γαρ χρησίμου χάριν την φύσιν μετατιθέντες, ή ασελγείας ένεκεν, την θεόπλαστον και ανδροπρεπή μορφήν διαφθείρουσιν, εκουσίως πολλάκις, ή υπό άλλων υπομένειν αναγκαζόμενοι τούτο, ως λοιμοί της φύσεως και του γένους πολέμιοι και σπίλοι πολιτείας και ζωής εφύβριστοι γίνονται…Ουδέν γαρ αληθώς μυσαρώτερον, ή ακαθαρτώτερον των ούτω πορνευομένων τε και πορνευόντων».[6] Ο Μέγας Βασίλειος στον Ζ΄ Κανόνα του συγκαταριθμεί τους ομοφυλοφίλους με τους κτηνοβάτες, τους φονείς, τους φαρμακούς, τους μοιχούς και τους ειδωλολάτρες: «Αρρενοφθόροι και ζωοφθόροι και φονείς και μοιχοί και ειδωλολάτραι της αυτής καταδίκης εισίν ηξιωμένοι, ώστε όν έχεις επί των άλλων τύπον και επί τούτων φύλαξον».[7] Παρά κάτω στον ΞΒ΄ Κανόνα του ορίζει τον τρόπον της θεραπείας του πάθους με αποχή 15 χρόνων από την θεία κοινωνία: «Ο την ασχημοσύνην εν τοις άρρεσιν επιδεικνύμενος, τω χρόνω του εν τη μοιχεία παρανομούντος οικονομηθήσεται».[8] Τέλος ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, σχολιάζοντας τον παρά πάνω Ζ΄ Κανόνα του Μεγάλου Βασιλείου, λέγει ότι: «Τόσον δε φοβερόν πράγμα είναι η αρσενοκοιτία, καθώς στοχάζεται ένας διδάσκαλος, ώστε οπού ο ίδιος ο Θεός ηθέλησε να καταβή προσωπικώς διά να ιδή, αν τη αληθεία ενεργήται τοιαύτη αμαρτία, ωσάν να μην επίστευε καλά, αν ήτο δυνατόν να ευρεθή επάνω εις την γήν μία τοιαύτη τερατώδης κακία».[9]

Προβάλλουν κάποιοι τον ισχυρισμό πως η προσωπική ζωή του καθενός είναι απαραβίαστη και κατά συνέπεια το σώμα του καθενός του ανήκει και μπορεί να το χρησιμοποιήσει όπως θέλει. Ωστόσο τέτοιου είδους ισχυρισμούς μπορούν να προβάλλουν μόνον άθεοι και άπιστοι, ή οπαδοί άλλων θρησκευμάτων, που δεν είναι βαπτισμένοι και δεν αποτελούν μέλη της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Σ’ όλους αυτούς ο Θεός σέβεται την ελευθερία της βουλήσεώς των και τις όποιες επιλογές των και τους αφήνει να ζήσουν σύμφωνα με τις επιθυμίες και τα θελήματά των. Σε όσους όμως είναι βαπτισμένοι δεν ισχύει το ίδιο, διότι σύμφωνα με την διδασκαλία της Εκκλησίας μας το ανθρώπινο σώμα ως δημιούργημα του Θεού, ως ναός του Αγίου Πνεύματος, (Β΄Κορ.6,16), αλλά και ως μέλος του σώματος του Χριστού, (Α΄Κορ.6,15), δεν ανήκει στους εαυτούς μας αλλά στον Χριστό: «Ουκ εστέ εαυτών, ηγοράσθητε γαρ τιμής», (Α΄Κορ.6,19-20). Και επομένως δεν μπορούμε, να το χρησιμοποιούμε όπως θέλουμε και να το παραδίνουμε στην ακολασία και στην φθορά της αμαρτίας. Διαφορετικά «ει τις τον ναόν του Θεού φθείρει φθερεί  τούτον ο Θεός, ο γαρ ναός του Θεού άγιος εστίν, οίτινες εστέ υμείς», (Α΄Κορ.3,18). Μόνον μέσα στον ευλογημένο από τον Θεόν γάμο, ως ερωτική σχέση άρρενος και θήλεος, ή στην ευλογημένη από τον Θεό κατάσταση της Παρθενίας, στην οποία όμως υπάρχει άλλου είδους, πνευματικός γάμος, ο γάμος με τον επουράνιο νυμφίο Χριστό, βρίσκει ο άνθρωπος την εν Χριστώ ολοκλήρωση και θέωσή του και εν τέλει την σωτηρία του. Είναι ευνόητο ότι για την Εκκλησία μας και όχι μόνο γι’ Αυτήν, «τρίτο φύλο», transexual, εκτός του άνδρα και της γυναίκας, δεν υπάρχει. Αν κάποιοι πιστεύουν το αντίθετο, αυτό για την Εκκλησία μας αποτελεί φυσική διαστροφή. Και εφ’ όσον δεν υπάρχει «τρίτο φύλο», δεν υπάρχει, (δεν πρέπει να υπάρχει), ερωτική σχέση εκτός αυτής του άρρενος και του θήλεος. Άλλωστε και στην τραγική αυτή συμπεριφορά επιχειρείται άτεχνος απόπειρα μιμήσεως του ετέρου φύλου, διότι και εις τους άρρενας και τας θήλεις ομοφυλοφίλους το ένα μέρος αποπειράται να μιμηθεί το έτερον φύλον.

****

ΠΗΓΗ: https://www.impantokratoros.gr/700C1173.el.aspx