
Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
Ὁμότιμος Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ – ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ
ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ Ἤ ΑΝΤΙΘΕΤΟΙ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥΣ;
Ἐπικαιροποιημένα Εἰσαγωγικὰ
Δὲν χόρτασε κολακεῖες καὶ ἐγκώμια ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος, τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπαγορεύσει καὶ ὄχι νὰ τὰ ἐνθαρρύνει ἢ νὰ τὰ προκαλεῖ. Εἶναι καὶ αὐτό, μεταξὺ πολλῶν ἄλλων, μία ἀπόδειξη ὅτι δὲν ἀκολουθεῖ τὸν δρόμο τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελαν νὰ εἶναι ἀρεστοὶ στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ στὸν Θεό, ὅπως πολὺ δυνατὰ μᾶς τὸ λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Εἰ γὰρ ἔτι ἀνθρώποις ἤρεσκον, Χριστοῦ δοῦλος οὐκ ἂν ἤμην»[1]. Ἐπιδίωξή τους ἦταν νὰ λέγουν καὶ νὰ πράττουν ὄχι τὰ εὐάρεστα ἀλλὰ τὰ θεάρεστα. Ὅσοι διὰ τῆς ἱερωσύνης ἀνέλαβαν νὰ κηρύξουν τὸ Εὐαγγέλιο ὀφείλουν νὰ συμπεριφέρονται «οὐχ ὡς ἀνθρώποις ἀρέσκοντες, ἀλλὰ τῷ Θεῷ τῷ δοκιμάζοντι τὰς καρδίας ἡμῶν», χωρὶς νὰ κολακεύουν ἢ νὰ κολακεύονται, οὔτε νὰ πλουτίζουν καὶ νὰ πλεονεκτοῦν, «οὔτε ἐν λόγῳ κολακείας, οὔτε ἐν προφάσει πλεονεξίας, οὔτε ζητοῦντες ἀπ᾽ ἀνθρώπων δόξαν»[2].
Ἀξεπέραστο παράδειγμα τέτοιας ἀποστολικῆς καὶ πατερικῆς συμπεριφορᾶς εἶναι ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος συγκρούσθηκε, ὡς πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, μὲ τὸ πολιτικὸ καὶ ἐκκλησιαστικὸ κατεστημένο τῆς ἐποχῆς του, παρέμεινε ἄκαμπτος καὶ ἀνυποχώρητος στὴν ἐφαρμογὴ τῶν ἀρχῶν τοῦ Εὐαγγελίου, μέχρι σημείου νὰ κατηγορεῖται καὶ σήμερα ἀπὸ κοσμικόφρονες ἐρευνητὲς ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναι διπλωματικώτερος καὶ πιὸ προσαρμοστικός, καὶ ὄχι συγκρουσιακὸς καὶ ἀπροσάρμοστος. Στὰ ὀλίγα χρόνια τῆς πατριαρχίας του (397-404) ἄλλαξε τὰ ἤθη τῶν κατοίκων τῆς Κωνσταντινούπολης, ποὺ ἦσαν ἕτοιμοι καὶ νὰ μαρτυρήσουν γιὰ τὸν ἡρωϊκὸ πατριάρχη τους, καὶ πολλοὶ ἐμαρτύρησαν, ὅταν οἱ τότε δυνατοὶ μὲ συνοδικὲς ἀποφάσεις ἀναξίων ἐπισκόπων τὸν ἐξεθρόνιζαν καὶ τὸν καθαιροῦσαν, στέλνοντάς τον ἐπὶ τρία χρόνια σὲ ἐξοντωτικὴ καὶ ἀπάνθρωπη ἐξορία (404-407), καὶ ἐντὸς αὐτῆς σὲ μαρτυρικὸ θάνατο στὰ Κόμανα τοῦ Πόντου ἀπὸ τὶς κακουχίες βασινιστικῆς πεζοπορίας.













