Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2018

Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου, Η ΕΛΛΑΣ ΕΚΑΜΕ ΚΑΙ ΚΑΜΝΕΙ ΕΡΓΟΝ ΜΕΓΑ ΕΝ ΤΩ ΚΟΣΜΩ ΕΙΝΑΙ ΣΚΕΥΟΣ ΕΚΛΟΓΗΣ ΤΟΥ ΥΨΙΣΤΟΥ.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ»
Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου, σελ.53-58



Η ΕΛΛΑΣ ΠΡΩΤΗ ΔΙΑΚΟΝΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ



Μὲ ἐξόχους ποιητὰς καὶ φιλοσόφους οἱ ὁποῖοι -κατὰ τὴν γνώμην τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας- ἐφωτίζοντο μὲ μερικές ἀκτῖνες ἀληθείας ἀπὸ τὸ ἀνέσπερον Φῶς ποὺ «φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (Ἰωάν. 1,9), ἡ Ἑλλὰς προητοιμάζετο διὰ νὰ χαιρετήσῃ τὸν Λυτρωτὴ τοῦ κόσμου.
Καὶ Τὸν ἐχαιρέτησε! Πρώτη αὐτὴ ἐξ ὅλων τῶν ἐθνῶν. Ἀνοίξατε, ἀγαπητοὶ ἀναγνῶσται τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον καὶ μελετήσατε προσεκτικα τὸ κεφάλαιον 12, στίχους 20―27. Μέσα εἰς τοὺς στίχους τοῦ κεφαλαίου αυτοῦ περιγράφεται ἡ πρώτη συνάντησις τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἑλλάδος. Τὸ Ἱερὸν κείμενον λέγει ὅτι Ἕλληνες οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐπισκεφθῇ τὰ Ἱεροσόλυμα ἐπεθύμησαν νὰ ἴδουν τὸν Ἰησοῦν. Δύο μαθηταί, ὀ Φίλιππος καὶ ὀ Ἀνδρέας (οἱ ὁποῖοι ἀργότερον ἐκήρυξε καὶ ἐμαρτύρησεν ἐπὶ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, πολιοῦχος ἀναδειχθεὶς τῆς πρωτευούσης τῆς Πελοποννήσου) ἀναλαμβάνουν νὰ φέρουν εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸν Διδάσκαλόν των τοὺς Ἕλληνας. Καὶ ὅταν ὁ Χριστὸς ἐπληροφορήθη, ὅτι Ἕλληνες τὸν ζητοῦν ἡ θεία Του καρδία ἐσκίρτησεν ἀπὸ χαρά, τὸ πνεῦμα Του προεῖδε τὰς μεγάλας ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας θὰ προσέφερε εἰς τὴν διάδοσιν τῶν ἰδεῶν Του ἡ Ἑλλὰς καὶ τὰ πανάχραντα χείλη Του προέφερον λόγους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν όχι μόνο ἀναφαίρετον τίτλον δόξης διὰ τὴν μικράν μας πατρίδα, ἀλλὰ καὶ θείαν ἐντολὴν ἡ ὁποία καθώρισε τὴν ἀποστολὴν τοῦ Ἔθνους μας διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Ἰδοὺ οἱ ἀθάνατοι λόγοι τοῦ Κυρίου:« Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου».
Δηλαδή: Ἔφθασεν ἡ ὥρα τῆς δόξης μου. Ὁ Σταυρός μου ποὺ θὰ ὑψωθῆ εἰς τὸν Γολγοθᾶν ὡς θεϊκος μαγνήτης θὰ ἑλκύση ὀποδοὺς πολλοὺς ἐξ όλων τῶν ἐθνῶν τῆς γῆς. Οἱ Ἕλληνες! Ἰδού! Οἱ πρῶτοι ποὺ θὰ προσέλθουν καὶ θὰ μὲ ὑπηρετήσουν! Καὶ ὡς ὑπηρέται πιστοὶ τοῦ πνεύματός μου θὰ δοξασθοῦν ἀνά τὰ πέρατα τοῦ κόσμου.
Αὐτοὶ οἱ λόγοι τοῦ Κυρίου, ἀνεκτίμητος περγαμηνὴ τοῦ ἔθνους μας, θὰ ἔπρεπε νὰ τυπωθοῦν εἰς πινακίδας, ν’ ἀναρτηθοῦν εἰς τὰ Σχολεῖα καὶ τὰ Γραφεῖα, νὰ τοιχοκολληθοῦν, καὶ νὰ γίνουν θέμα βαθυτάτης μελέτης παρ’ ὅλων τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε πρέπει νὰ τοὺς λησμονήσουν.



Η ΕΛΛΑΣ ΠΙΣΤΗ ΔΙΑΚΟΝΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ

 Ἐπὶ 20 αἰῶνες ὑπηρετεῖ τὸν Χριστόν! Ἐκλεκτοὶ υἱοὶ καὶ θυγατέρες της ὡς θυμίαμα εὔοσμον ἐκάησαν εἰς τὸν Βωμόν τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Αὐτῆς τῆς Ἑλλάδος ὑπῆρξαν τέκνα οἱ μάρτυρες καὶ οἱ ὀμολογηταὶ οἱ ὁποῖοι ἐπότησαν μὲ τὰ αἵματά των τὴν Ἀνατολὴν καὶ τὴν Δύσιν. Αὐτῆς τῆς Ἑλλάδος οἱ Πατέρες καὶ Διδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι ἐρρητόρευσαν τὸν θεῖον λόγον ἀπὸ τοὺς ἄμβωνας Ἀντιοχείας, Ἀλεξανδρείας, Καισαρείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως. Αὐτῆς τῆς Ἑλλάδος οἱ ἐμπνευσμένοι ὑμνογράφοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ὑπερόχους, μὲ μοναδικοὺς ὕμνους ὕμνησαν τὰ κοσμοϊστορικὰ γεγονότα τῆς Γεννήσεως, τῆς Βαπτίσεως, τῆς Σταυρώσεως καὶ Ἀναστάσεως τοῦ Σωτῆρος.
Ἀλλὰ αὐτῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ οἰ μικροὶ μὲν ἀλλὰ καὶ ἡρωϊκοὶ ἐκεῖνοι στρατοὶ οἱ ὁποῖοι ὑψώνοντες τὸ λάβαρον τοῦ Μ. Κωνσταντίνου ἐπὶ 1.000 ἔτη ἠγωνίζοντο ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων ἐναντίον τῶν βαρβαρικῶν στιφῶν Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως. Αὐτῆς τῆς Ἑλλάδος θησαυροὶ ὑπῆρξαν οἱ 40 Μάρτυρες, οἱ Ἅγιοι Γεώργιοι, οἱ Ἅγιοι Δημήτριοι, οἱ Ἅγιοι Θεόδωροι, οἱ Ἅγιοι Μερκούριοι, οἱ Ἄγιοι Μηνάδες, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν ἡρωϊκῶν των κατορθωμάτων μᾶς ἔδωκαν τὸν τύπον τοῦ Χριστιανοῦ στρατιώτου. Αὐτῆς τῆς Ἑλλάδος ἐκλεκτὰ τέκνα εἶνε καὶ οἱ σημερινοὶ στρατιῶται οἱ ὁποῖοι ὡς ἄλλοι στρατιῶται τοῦ Μ. Κωνσταντίνου ἀγωνίζονται ἐναντίον τεραστίου κύματος νεοειδωλολατρείας ποὺ ἔρχεται ἔξωθεν διὰ νὰ κατακλύσῃ τὸν κόσμον.

Η ΕΛΛΑΣ ΕΚΑΜΕ ΚΑΙ ΚΑΜΝΕΙ ΕΡΓΟΝ ΜΕΓΑ ΕΝ ΤΩ ΚΟΣΜΩ ΕΙΝΑΙ ΣΚΕΥΟΣ ΕΚΛΟΓΗΣ ΤΟΥ ΥΨΙΣΤΟΥ.

25 Δεκεμβρίου! Ἡ Ἑλλὰς προσέρχεται καὶ ἐφέτος εἰς τὴν φάτνην. Δὲν ἔχει νὰ προσφέρῃ εἰς τὸ Θεῖον Βρέφος ὡς δῶρον οὔτε χρυσόν, οὔτε ἄργυρον. Κρατεῖ ὅμως λαμπάδα φωτεινὴν καὶ θυμίαμα εὔοσμον.

Λαμπὰς φωτεινὴ ἡ ὁποία φωτίζει καὶ ἄλλους λαοὺς εἰς τὸν δρόμον τοῦ ὑπερτάτου καθήκοντος εἶνε αἱ θυσίαι τῆς τελευταίας ὀκταετίας. Μὴ θελήσασα ἡ χώρα αὕτη νὰ ὑποταχθῇ εἰς ἀντιχριστιανικα συστήματα ἐδέχθη καὶ δέχεται τὸ πῦρ καὶ τὸν σίδηρον τοῦ Ἀντιχρίστου. Ἑλλάς! Θὰ καῇς, ἐὰν δὲν προσκυνήσῃς! Ἀλλὰ ἡ Ἑλλὰς δὲν προσκυνᾷ τὰ θηρία τῆς ἀγύσσου. Ἐκλέγει τὴν ἐλευθερίαν, καίεται καὶ ὡς λαμπὰς φωτίζει ἐκ νέου τὸν κόσμον.
Ἡ Ἑλλὰς προσέρχεται ἐστολισμένη μὲ τὴν πορφύραν τοῦ μαρτυρίου, ἀνάπτει τὴν λαμπάδα της καὶ ρίπτει εἰς τὸ θυσιαστήριον ἄ φ θ ο ν ο ν  θ υ μ ί α μ α. Εἶνε τὰ πύρινα δάκρυα τῶν μυριάδων μητέρων, χηρῶν, ὀρφανῶν, νέων προσφύγων τῆς μαρτυρικῆς αὐτῆς γῆς. Τὰ θύματα τῆς νέας αὐτῆς ἐθνικῆς τραγῳδίας, τὴν ὁποίαν οὐδὲ ὁ Αἰσχύλος θὰ ἠδύνατο νὰ διεκτραγωδήσῃ, ἱστάμενα πρὸ τοὺ Νηπίου τῆς Βηθλεὲμ κλίνουν τὸ γόνυ καὶ μὲ φλογερὰν καρδίαν προσεύχονται ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῆς Ἑλλάδος. Τὰ θύματα ἑνώνουν καὶ αὐτὰ τὴν φωνήν των μὲ τὴν φωνὴν τῶν μυριάδων θυμάτων ὅλων τῶν αἰώνων τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ κράζουν: «ἕως πότε, ὁ δεσπότης ὁ ἅγιος καὶ ὁ ἀληθινός, οὐ κρίνεις καὶ ἐκδικεῖς τὸ αἷμα ἡμῶν ἐκ τῶν κατοικούντων ἐπὶ τῆς γῆς; Καὶ ἐδόθη αὐτοῖς ἑκάστῳ στολὴ λευκή, καὶ ἐρρέθη αὐτοῖς ἵνα ἀναπαύσωνται ἔτι χρόνον μικρόν, ἕως πληρώσωσι καὶ οἱ σύνδουλοι αὐτῶν καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν οἱ μέλλοντες ἀποκτείνεσθαι ἕως καὶ αὐτοί». (Ἀποκ. 6,10―11).
Καὶ ἡ Ἑλλὰς προχωρεῖ. Προχωρεῖ ἐν μέσῳ ποταμοῦ δακρύων καὶ αἵματος. Ἐσωτερικοὶ καὶ ἐξωτερικοὶ ἀγῶνες σκληροί! Πολυάριθμοι ἐχθροι ὤμοσαν διὰ νὰ τὴν ἐξαφανίσουν ἀπὸ τὸ πρόσωπον τῆς γῆς. Ἀλλὰ ἡ Ἑλλὰς καὶ πάλιν στρέφεται πρὸς τὸ ΑΣΤΡΟΝ ΤΗΣ ΒΗΘΛΕΕΜ καὶ ἀντλεῖ μυστηριώδη δύναμιν διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ἱστορικῆς ἀποστολῆς. Ἀκραδάντως πιστεύει ὅτι δὲν ὑπάρχει κακὸν ἐν τῷ κόσμῳ ὁσον δήποτε ὤργανωμένον καὶ ἐὰν εἶνε, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ δύναται νὰ κατατροπώσῃ, ὅπως καὶ δὲν ὑπάρχει ἡρωϊσμὸς τὸν ὁποῖον νὰ μὴ δύναται αὕτη νὰ πραγματοποιήσῃ ἡνωμένη μετὰ τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀηττήτου Βασιλέως τῶν αἰώνων. Ἀσφαλῶς διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ Νηπίου θὰ ματαιωθοῦν διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν τὰ σχέδια τῶν νέων Ἡρωδῶν τῆς ἀνθρωπότητος καὶ ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς δοκιμασίας, θὰ σταθῇ ἐπὶ τῶν ἱστορικῶν βράχων της. Θὰ ἐκ διπλώσῃ ἐν εἰρήνῃ τὴν γαλανόλευκον Σημαίαν, σύμβολον ἡμερώσεως καὶ Χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ. Θὰ στήσῃ χορὸν ἀγγέλων καὶ θὰ τονίσῃ ὕμνον ἐξ αίσιον: «ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΙΣΧΥΩ ΕΝ ΤΩ ΕΝΔΥΝΑΜΟΥΝΤΙ ΜΕ ΧΡΙΣΤΩ» (Φιλιπ. 4,13).

ΠΡΟΣΚΥΝΉΣΩΜΕΝ ΤΌ ΘΕΙΟΝ ΒΡΈΦΟΣ

«Άσπάζομαι τήν ημέραν ταύτην καί φιλῶ, και τον έροντα είς μέσον προτίθημι, ινα κοινωνούς ύμάς ποιήσω τοῦ φίλτρου· διά τοῦτο δέομαι πάντων ύμῶν και άντιβολῶ μετά πάσης σπουδῆς καί προθυμίας παραγενέσθαι, τήν οικίαν έκαστον κενώσαντα τήν ἑαυτοῦ, ἵνα ίδωμεν τον Δεσπότην ήμῶν επί τῆς φάτνης κείμενον, έσπαργανωμένον, τό φρικτόν εκεῖνο καί παράδοξον θέαμα. Ποία γάρ ήμΐν άπολογία, ποία δε συγγνώμη, όταν αύτός μεν έκ των ουρανών δι’ ήμάς καταβαίνη, ημείς δέ μηδέ έκ τής οικίας προς αυτόν έρχώμεθα; όταν μάγοι μέν, άνθρωποι βάρβαροι καί άλλόφυλοι, έκ Περσίδος τρέχωσιν, ώστε αυτόν ίδεῖν έπί τῆς φάτνης κείμενον συ δέ ό χριστιανός μηδέ μικρόν διάστημα ύπομένης, ώστε τῆς μακαρίας ταυτης άπολαῦσαι θεωρίας; Καί γάρ, αν μετά πίστεως παραγενώμεθα, πάντως αύτόν όψόμεθα έπί τῆς φάτνης κείμενον ή γάρ τράπεζα αὕτη τάξιν τῆς φάτνης πληροῖ».
(I. Χ Ρ Υ Σ Ο Σ ΤΟ Μ Ο Σ Ἐκ τοῦ λόγου εἰς μακάριον Φιλογόνιον Ε. Π. Migne 48, 753)