Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Ἡ Ὁμολογία Πίστεως, τὴν ὁποίαν δὲν ὑπέγραψεν ὁ Μητρ. Τυχικός

 

  

Γράφει ὁ κ. Σάββας Ἠλιάδης

  Σὲ πολλὲς ἠλεκτρονικὲς σελίδες  δημοσιεύτηκε τὸ παρακάτω κείμενο, τὸ ὁποῖο λέγεται ὅτι εἶναι ἡ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ποὺ ζήτησε ἡ Σύν­οδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου νὰ ὑπογράψει ὁ ἐπίσκοπος Τυχικός.

  «Θείᾳ χάριτι, παρέχω, εἰς τὴν Ὀρθόδοξον ἤτοι τὴν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν, καὶ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, τὸν παρόντα, ἔγγραφον λίβελλον, δι’ οὗ καθομολογῶ καὶ στέργω ἅπαντα τὰ παρὰ τῶν Ἁγίων ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν Τοπικῶν Συνόδων, καθὼς καὶ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκκλησίας (Κρήτη 2016) ἀποφανθέντα. Δηλῶ σεβασμόν, εἰς τὰς πανορθοδόξως ἰσχυούσας σχέσεις μετὰ τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν καὶ εἰς τοὺς ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Διαλόγους μετὰ τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν. Ἐπὶ τούτοις δηλώνω ἀπεριφράστως ὑπακοὴν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, ἀποδέχομαι καὶ θὰ τηρῶ πάντα τὰ πανορθοδόξως κρατοῦντα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἱερὰν Παράδοσιν, κυρίως δὲ ἀποκηρύττω τὸν ἀποτειχισμὸν καὶ τοὺς ἀποτειχιστάς καθὼς καὶ τὰ καινοτομηθέντα παρ’ αὐτῶν περὶ τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ τοῦ ἤθους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας».

Θεωρώντας ὅτι τὸ κείμενο εἶναι ἀκριβές,  μὲ ἀφορμὴ τὶς τελευταῖες ἐξελίξεις στὴν ὑπόθεση τοῦ συγκεκριμένου ἐπισκόπου γράφονται τὰ παρακάτω.

Γενικὰ χαρακτηριστικά τοῦ κειμένου

  Τὸ συγκεκριμένο κείμενο εἶναι ἀντικανονικὸ  ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο καὶ ἀντιπατερικὸ ὡς πρὸς τὸ φρόνημα. Δὲν ἀνήκει στὴν παράδοση τῶν Ὀρθοδόξων Ὁμολογιῶν, ἀλλὰ ἀποτελεῖ ἕνα κείμενο ἐκκλησιαστικοῦ ἐξαναγκασμοῦ. Ἔχει  σαφῆ δεσμευτικὸ καὶ πειθαρχικὸ χαρακτήρα, ὁ ὁποῖος μετατοπίζει τὸ κέντρο βάρους ἀπὸ τὴν προσωπικὴ δογματικὴ ὁμολογία στὴν ἀπόλυτη ἐκκλησιαστικὴ συμμόρφωση. Λειτουργώντας περισσότερο ὡς ὅρκος ὑποταγῆς παρὰ ὡς ἐλεύθερη δήλωση ὀρθόδοξης πίστης, ἐπιβάλλει τὴν ὑπακοὴ σὲ συγκεκριμένες διοικητικὲς γραμμές, μὲ κύριο ἄξονα τὶς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης (2016).

Ἀπόψεις  – σχόλια καὶ κρίσεις

Α. Τὸ κείμενο, ποὺ τιτλοφορεῖται «Λίβελλος Πίστεως», χρησιμοποιεῖ ἕνα σοβαρὸ καὶ ἱερὸ ἐκκλησιαστικὸ ὅρο μὲ τρόπο λανθασμένο. Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, λίβελλος πίστεως σημαίνει καθαρὴ καὶ ἐλεύθερη ὁμολογία τῆς ἀληθείας τῆς πίστεως, ξεκάθαρη ἀπόρριψη τῆς αἱρέσεως καὶ μαρτυρία ὑπὲρ τῆς ἀληθείας. Τὸ συγκεκριμένο κείμενο ὅμως δὲν κάνει κάτι τέτοιο. Δὲν ὁμολογεῖ τὴν πίστη, ἀλλὰ ζητᾶ διοικητικὴ ὑποταγή, ἀπαιτεῖ ἀποδοχὴ συγκεκριμένων συνοδικῶν ἀποφάσεων καὶ ἐπιβάλλει ἀπόλυτη ὑπακοὴ χωρὶς θεολογικὰ ὅρια. Ἔτσι, δὲν πρόκειται γιὰ ὁμολογία πίστεως, ἀλλὰ γιὰ δήλωση θεσμικῆς ὑπακοῆς.

Β. Ἕνα βασικὸ πρόβλημα τοῦ κειμένου εἶναι ὅτι ἐξισώνει ὅλες τὶς Συνόδους. Ζητᾶ νὰ γίνουν ἀποδεκτὲς μὲ τὸν ἴδιο τρόπο οἱ Ἑπτὰ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι, οἱ Τοπικὲς Σύνοδοι καὶ ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης (2016). Αὐτὴ ἡ ἐξίσωση εἶναι σοβαρὸ λάθος. Οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι ἔχουν μοναδικὸ καὶ ἀλάθητο δογματικὸ κῦρος. Ἀντίθετα, οἱ Τοπικὲς καὶ οἱ σύγχρονες Σύνοδοι κρίνονται στὴν πράξη καὶ στὸν χρόνο καὶ γίνονται δεκτὲς ἢ ἀπορρίπτονται ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ὅλες παρουσιάζονται ὡς ἰσότιμες, καταργεῖται ἡ πατερικὴ τάξη καὶ δίνεται στὴ Σύν­οδο τῆς Κρήτης κῦρος ποὺ δὲν ἔχει, λόγῳ τῶν αἱρετικῶν της ἀποφάσεων.

Γ. Ἡ ὑποχρεωτικὴ ἀποδοχὴ τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης παραβιάζει τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ ὅτι κάθε Σύνοδος κρίνεται ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΩΣ  ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ δὲν αὐτοδικαιώνεται.

Οἱ Πατέρες (βλ. 4η Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, Χαλκηδόνα 451) καθόρισαν ὅτι ἡ ἐγκυρότητα τῶν ἀποφάσεων μίας Συνόδου ἐπιβεβαιώνεται, μόνο ὅταν ἡ πλήρης Ἐκκλησία, δηλαδὴ τὸ σύνολο τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, τὶς ἀποδέχεται. Ἡ διοικητικὴ ἐπιβολὴ ἀποδοχῆς παρακάμπτει αὐτὴν τὴν ἀρχὴ καὶ δημιουργεῖ κίνδυνο αὐθαίρετης ἐφαρμογῆς κανόνων, ἀντὶ τῆς θεολογικῆς κρίσης.

Ἀγνοεῖται στὸ κείμενο  ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτὴ δὲν ἔγινε ἀποδεκτὴ ἀπὸ ὅλες τὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Ὑπάρχουν τέσσερις αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ποὺ δὲν ὑπέγραψαν τὰ τελικὰ κείμενα, ἀλλὰ ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς Συνόδου ἐμφανίστηκε ἐντονότερα  καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ πρακτική τῆς ἀποτείχισης.  Ἔτσι, τὸ κῦρος τῆς Κολυμπάριας Συνόδου  ἐπιβάλλεται διοικητικὰ καὶ ὄχι μέσα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση. Αὐτὸ ἀποτελεῖ  αὐταρχισμό, περιορίζει τὴν ἐλευθερία τῆς πίστεως καὶ δημιουργεῖ ἕνα νέο καὶ ξένο πρὸς τὴν Παράδοση κριτήριο ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας.

Γ. Προβληματικὴ εἶναι καὶ ἡ χρήση τοῦ ὅρου «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες» στὴ  φράση «σεβασμὸν εἰς τὰς πανορθοδόξως ἰσχυούσας σχέσεις μετὰ τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν». Ἡ Ἐκκλησία, σύμφωνα μὲ τὴν πατερικὴ διδασκαλία, εἶναι μία. Ἡ χρήση τέτοιων ἐκφράσεων δημιουργεῖ σύγχυση, σὰν νὰ ὑπάρχουν πολλὲς Ἐκκλησίες, καὶ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴ γλώσσα τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Δὲν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ λάθος λέξεων, ἀλλὰ γιὰ ἀλλοίωση τῆς ἐκκλησιολογικῆς συνείδησης.

Δ. Τὸ κείμενο ἀπαιτεῖ ἐπίσης ἀπόλυτη ὑπακοή, μὲ φράσεις ὅπως «δηλώνω ἀπερίφραστα ὑπακοή». Ἡ δήλωση «ἀπεριφράστου ὑπακοῆς» πρὸς τὴ διοικοῦσα Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, στερούμενη τῆς  προϋπόθεσης  «πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀν­θρώποις», ἐκτρέπεται σὲ ἕνα ἐκκλησιολογικὸ ὁλοκληρωτισμό. Στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἡ ὑπακοὴ στὸν Ἐπίσκοπο ἢ τὴ Σύνοδο δὲν εἶναι τυφλή, οὔτε ἄνευ ὅρων, ἀλλὰ ἑδράζεται στὴν ταύτιση τοῦ προεστῶτος μὲ τὴν Ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἡ  Ὀρθόδοξη Παράδοση δὲν γνωρίζει ὑπακοὴ χωρὶς ὅρια. Ἡ ὑπακοὴ ἔχει νόημα μόνο ὅταν βρίσκεται μέσα στὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως. Οἱ Ἀποστολικοὶ Κανόνες μιλοῦν γιὰ συνοδικότητα καὶ κοινὴ εὐθύνη καὶ ὄχι γιὰ τυφλὴ διοικητικὴ ὑποταγή. Ὑπακοὴ ποὺ ἀγνοεῖ τὴν ἀλήθεια δὲν εἶναι ἀρετή, ἀλλὰ πνευματικὸς κίνδυνος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν πλάνη.

Ε. Στὸ ἴδιο πνεῦμα κινεῖται καὶ ἡ συνολικὴ καταδίκη τῆς ἀποτείχισης , ποὺ ἐντέχνως τὴν ὀνομάζει ἀποτειχισμὸ, γιὰ νὰ ταυτιστεῖ ἀκουστικὰ στὸν λαὸ μὲ τὶς ἄλλες καταδικασμένες αἱρέσεις ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία (Ἀρειανισμὸς – Μονοφυσιτισμὸς κ.λ.π). Ἡ ἀπόρριψη αὐτὴ ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν 15ο Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861), ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει καὶ ἐπαινεῖ τὴ διακοπὴ μνημοσύνου, ὅταν ἕνας ἐπίσκοπος κηρύττει δημόσια αἵρεση. Ἡ γενικευμένη καταδίκη τῆς πράξης αὐτῆς, ἡ ὁποία ἱστορικὰ ἐπικυρώθηκε ἀπὸ τὴ στάση Ἁγίων Πατέρων (ὅπως ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός), ἔρχεται σὲ σύγκρουση μὲ τὴν ἴδια τὴν ἱστορικὴ συνέχεια τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ κείμενο καταδικάζει ὡς αἱρετικὸ καὶ ἀπορρίπτει Κανόνα τῆς Ἐκκλησίας (15ος-ΑΒ Συνόδου) καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ.

ΣΤ. Τὸ ὕφος τοῦ κειμένου, νομικίστικο καὶ πιεστικό, δὲν ἐκφράζει τὴν ἐλευθερία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ θυμίζει κείμενα ἐξαναγκασμοῦ. Ἡ Ἐκκλησία, ὅμως, δὲν ἐπιβάλλει τὴν πίστη μὲ ἀπειλὲς ἢ διοικητικὰ μέτρα. Ἡ ἀληθινὴ ὁμολογία γίνεται ἐλεύθερα καὶ συνειδητά.

Ζ. Τέλος, τὸ κείμενο δημιουργεῖ ἕνα ἐπικίνδυνο ἱστορικὸ προηγούμενο. Θυμίζει περιπτώσεις τοῦ παρελθόντος, ὅπως τοὺς ἀρειανικοὺς λίβελλους, τὶς πιέσεις τῆς Εἰκονομαχίας καὶ τὶς ὑπογραφὲς τῆς Συνόδου Φλωρεντίας. Ἡ ἱστορία δείχνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία δικαίωσε ὅσους ἀντιστάθηκαν καὶ ὄχι ὅσους ὑπέγραψαν ἀπὸ φόβο ἢ πίεση.

  Συμπερασματικά

  Τὸ κείμενο μέσα ἀπὸ τὴ συσσώρευση νομικίστικων ὅρων καὶ τὴν ἐπιβολὴ μίας καταναγκαστικῆς ὁμοφωνίας, ὑπονομεύει τὴν ἐλευθερία τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνείδησης. Ἀντὶ γιὰ κείμενο πνευματικῆς μαρτυρίας, λειτουργεῖ ὡς ἐργαλεῖο διοικητικῆς ἐπιβολῆς, ὑποβαθμίζοντας τὴ θεολογία σὲ νομικὴ νομιμοφροσύνη καὶ ἀντιμετωπίζει τὴν Ἐκκλησία  μὲ ὅρους αὐστηρῆς διοίκησης.

  Ἱστορικά, οἱ Πατέρες ἐπέκριναν καὶ καταδίκαζαν κάθε μορφὴ διοικητικοῦ ἐξαναγκασμοῦ. Ἡ Ἀρειανικὴ περίοδος καὶ ἡ Εἰκονομαχία ἀποτελοῦν χαρακτηριστικὰ παραδείγματα, ὅπου λίβελλοι καὶ ὑπογραφὲς ὑπὸ πίεση ὑπονόμευσαν τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως, καὶ οἱ Πατέρες δικαίωσαν ὅσους παρέμειναν πιστοὶ στὴν Ἀλήθεια. Ὁ 15ος Κανόνας τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861) ἐπιτρέπει καὶ ἐγκρίνει τὴν ἀποκοπὴ μνημοσύνου σὲ περίπτωση δημόσιας αἵρεσης, γεγονὸς ποὺ ἀντιπαραβάλλεται στὴν αὐθαίρετη καταδίκη τῆς ἀποτείχισης ἀπὸ τὸ Λίβελλο. Ἡ γενικευμένη ἐπιβολὴ ὑπακοῆς χωρὶς θεολογικὸ κριτήριο, ἑπομένως, εἶναι ἀντίθετη μὲ τὴν ἱστορικὴ καὶ θεολογικὴ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας.