Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2023

Η ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΙ και ο Μεγαλομάρτυρας ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ του Πρωτοπρεσβύτερου π. Θεοδώρου Ζήση

 - Ήταν σχισματικός ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όπως τόν κατηγόρησαν οι τότε κρατούντες στήν Εκκλησία, ή αυτοί πού αθέτησαν τούς θεσμούς και τις παραδόσεις της Εκκλησίας, υπέρ των οποίων αγωνιζόταν εκείνος;…



Η ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΙ

και ο Μεγαλομάρτυρας

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

του Πρωτοπρεσβύτερου π. Θεοδώρου Ζήση

Αναρτούμε ένα μεγάλο τμήμα από το παρακάτω επίκαιρο κείμενο του π. Θεοδώρου και το αφιερώνουμε στον διωκόμενο αγωνιστή

της Ορθοδοξίας και μιμητή του ιερού Χρυσοστόμου Κανονικό Μητροπολίτη Ράσκας και Πριζρένης ΑΡΤΕΜΙΟ

«…Μετά τήν ελπιδοφόρο νεοπατερική άνθηση των τελευταίων δεκαετιών…, η κατάσταση έχει αλλάξει δραματικά, ώστε νά μη δικαιολογούνται πλέον οι αισιόδοξες προβλέψεις και προοπτικές γιά τήν πορεία της Ορθοδοξίας τόν 21ο αιώνα, άν η εκκλησιαστική ήγεσία δέν αντιληφθεί τούς κινδύνους και δέν διαμορφώσει ποιμαντικά τις συνθήκες, ώστε νά τηρούνται στόν εκκλησιαστικό βίο τά δύο απαραίτητα στοιχεία, χωρίς τά οποία ούτε Ορθοδοξία υπάρχει, ούτε συνεπώς καί δυνατότης σωτηρίας.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όπως καί οι άλλοι Άγιοι Πατέρες, μέ επιμονή αναφέρεται στις δύο αυτές ουσιώδεις πλευρές της χριστιανικής ζωής… Η αχώριστη αυτή δυάδα είναι «η δογμάτων ακρίβεια καί η ορθότης του βίου», η ενότητα δόγματος καί ήθους, η οποία σήμερα πλήττεται από τόν δογματικό μινιμαλισμό του Οικουμενισμού, …ως καί από τήν εκκοσμίκευση, από τήν είσοδο του κοσμικού, του γήϊνου φρονήματος μέσα στούς κόλπους της Εκκλησίας, κλήρου καί λαού, ακόμη καί μέσα στούς κόλπους του κατ’ εξοχήν φυγόκοσμου καί εν ξενιτεία καί αποταγή ζώντος Μοναχισμού…

Επί πολλές δεκαετίες, …απασχολεί πολλούς πιστούς μέ ενταση καί σωτηριολογική αγωνία τό θέμα του ποιά επί τέλους είναι η αληθινή Εκκλησία, πού βρίσκεται η Εκκλησία; Είναι δυνατόν νά θεωρούνται ως εκκλησίες οι αιρέσεις καί τά σχίσματα; Είναι επιτρεπτόν θεολογικά η Εκκλησία, η αδιακόπως υφισταμένη μέχρι σήμερα διά της διπλής αποστολικής διαδοχής, διαδοχής εν πρώτοις στό σύνολο των αληθειών της πίστεως, και χρονικής διαδοχής κατόπιν στούς επισκοπικούς θρόνους, νά υποβιβάζεται και νά συμφύρεται ως ένα πολλοστημόριο μεταξύ εκατοντάδων άλλων δήθεν εκκλησιών, όπου η διαδοχή της αλήθειας έχει διακοπή από νεωτερικές ανθρώπινες διδασκαλίες, και η χρονική διαδοχή των επισκόπων, όπου υπάρχει, έχει ακυρωθή λόγω της διακοπής της αλήθειας; Υπήρξε ποτέ περίοδος στή ζωή της Μίας Εκκλησίας, κατά τήν οποία οι αιρέσεις και οι αιρετικοί εθεωρούντο μέλη της Εκκλησίας; …Πώς συμπεριφέρθηκε ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος απέναντι στις θρησκείες και στις αιρέσεις της εποχης του;

Συναφή εκκλησιολογικά θέματα πού έχουν ανάγκη διασαφήσεως είναι και ο υπερβαλλόντως προβαλλόμενος από μερίδα ορθοδόξων θεολόγων επισκοποκεντρισμός, ο οποίος ουσιαστικά ταυτίζει επίσκοπο και εκκλησία, κατ’ απομίμησιν της ταυτίσεως πάπα και εκκλησίας, ώστε εν πολλοίς ορθώς νά επιρρίπτεται η μομφή εναντίον της Ορθοδόξου Εκκλησίας ότι ο μέν Ρωμαιοκαθολικισμός έχει ένα πάπα οι δέ Ορθόδοξοι τόσους πάπες όσοι είναι και οι επίσκοποι. Προκύπτει μέσα από τή διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου αυτός ο επισκοποκεντρισμός;

Σέ περιόδους συγχύσεως και ακαταστασίας, κατά τις οποίες οι ποιμένες μεταβάλλονται σέ προβατόσχημους λύκους και διαφθείρουν τήν ευαγγελική αλήθεια και ζωή, δέν μπορούν νά εκφράσουν τήν εκκλησιαστική συνείδηση οι πρεσβύτεροι και οι μοναχοί αλλά ακόμη και οι λαϊκοί; Εχουμε στήν περίπτωση αυτή σχίσμα; Ποιοι προκαλούν τό σχίσμα και τις ταραχές μέσα στή ζωή της Εκκλησίας;

Ήταν σχισματικός ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όπως τόν κατηγόρησαν οι τότε κρατούντες στήν Εκκλησία, ή αυτοί πού αθέτησαν τούς θεσμούς και τις παραδόσεις της Εκκλησίας, υπέρ των οποίων αγωνιζόταν εκείνος;…

2. Ή γνώμη του γιά τις αιρέσεις

Μέ τήν ίδια ποιμαντική εγρήγορση καί ανυποχώρητη αγωνιστικότητα αντιμετώπισε ο Χρυσόστομος καί τις αιρέσεις τής εποχής του… Σέ εγκωμιαστική του ομιλία στόν Αγιο Μελέτιο Αντιοχείας, ο οποίος προήδρευσε της Β’ Οικουμενικής Συνόδου στήν Κωνσταντινούπολη, πού εθεσε τέρμα στήν δράση των αντιτριαδικών αιρέσεων καί ολοκλήρωσε τό σύμβολο της πίστεως, αναφέρεται στήν επιτυχή αντιαιρετική του δράση, η οποία του εστοίχισε διωγμούς καί εξορίες. Μόλις ανέλαβε, λέγει, τήν θέση του επισκόπου, απήλλαξε τήν Αντιόχεια από τήν αιρετική πλάνη …«καί τά σεσηπότα μέλη καί ανιάτως έχοντα του λοιπού σώματος αποκόψας, ακέραιον την υγείαν επανήγαγε τω πλήθει της Εκκλησίας». Καί μόνον αυτή του η θέση είναι αρκετή, γιά νά δείξει πώς πρέπει νά αντιμετωπίζεται η αίρεση, ως διαστροφή της αλήθειας καί ως αρρώστια στό σώμα της Εκκλησίας, σέ όλες τις εποχές καί στήν δική μας. …Ο Ιωάννης, μετά τήν εκ του Μοναχισμού επιστροφή του, έγινε, ως κληρικός πλέον, στενός συνεργάτης αμφοτέρων καί βοηθός διά του φλογερού του κηρύγματος στήν εκρίζωση του Αρειανισμού, τούς κινδύνους εκ του οποίου δέν αντελαμβάνοντο πολλοί Αντιοχείς καί επεσκέπτοντο ακόμη καί ναούς Αρειανών…

Συνιστά νά αποφεύγουμε τις συναναστροφές μέ τούς αιρετικούς, όπως αποφεύγουμε τά δηλητήρια των φαρμάκων, γιατί είναι χειρότεροι από αυτά. Εκείνα βλάπτουν τό σώμα, αυτοί καταστρέφουν τήν σωτηρία της ψυχης. Αν η συναναστροφή μέ τούς αίρετικούς καί η φιλία οδηγεί καί σέ κοινωνία της ασεβείας, πρέπει νά τήν αποφεύγουμε, ακόμη καί άν πρόκειται γιά τούς γονείς μας. Ήταν πολύ αυστηρός καί στόν εαυτό του ο Χρυσόστομος στό θέμα της κοινωνίας μέ τούς αιρετικούς. Επειδή οι γνωστοί Μακροί Αδελφοί είχαν κατηγορηθη από τόν πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφιλο ως Ωριγενιστές, ενώ τούς προστάτευσε, δέν είχε λειτουργική κοινωνία μαζί τους. Αυτός άλλωστε ήταν καί ο λόγος γιά τόν οποίο ο Άγιος Επιφάνιος Κύπρου, εξαπατηθείς από τόν Θεόφιλο ότι καί ο Χρυσόστομος ήταν Ωριγενιστής, ήλθε στήν Κωνσταντινούπολη νά βοηθήσει τόν Θεόφιλο καί δέν είχε καμμία κοινωνία μέ τόν Άγιο Χρυσόστομο, ως αιρετικό. Αρνήθηκε νά παραχωρήσει ως πατριάρχης ο Χρυσόστομος ναό στόν πανίσχυρο Γότθο ηγεμόνα Γαϊνά, επειδή ήταν Αρειανός, παρά τήν πίεση του αυτοκράτορος Αρκαδίου, ο οποίος είχε ανάγκη των στρατιωτικών υπηρεσιών του. Επαινεί τόν πατριάρχη Αλεξανδρείας Φλαβιανό, διότι διεχώρισε τά λείψανα μαρτύρων πού ήσαν θαμμένα μαζί μέ λείψανα αιρετικών έτσι, λέγει, απαλλάχτηκαν τά πρόβατα από τούς λύκους, οι ζώντες από τούς νεκρούς. Έμειναν οι μαργαρίτες της πίστεως μόνοι, ανέπαφοι από τήν δυσωδία των αιρετικών λειψάνων.

…Δίδει μεγάλη σημασία ο Άγιος Ιωάννης στόν εναντίον των ετεροθρήσκων καί αιρετικών αγώνα. Ολόκληρος ο τέταρτος «Περί Ιερωσύνης» λόγος του είναι αφιερωμένος στό νά δείξει ότι ο ιερεύς πρέπει νά εχει υψηλή θεολογική συγκρότηση, νά γνωρίζει τις θέσεις καί τά επιχειρήματά τους, νά διαθέτει τά απαραίτητα όπλα γιά νά τούς αποκρούει.

…Σχεδόν ταυτίζει τήν Ιερωσύνη ο Άγιος Χρυσόστομος μέ τό κήρυγμα, μέ τη διδασκαλία του λόγου, χωρίς βέβαια νά υποτιμά τήν τελετουργία των μυστηρίων. …Δέν ωφελούν οι ασκητικοί κόποι καί ιδρώτες, όταν, λόγω αγνοίας καί απειρίας των δογμάτων, πέσει κανείς σέ αίρεση καί αποχισθεί από τό σώμα της Εκκλησίας. Διαβεβαιώνει ο Άγιος Ιωάννης ότι γνωρίζει πολλούς πού τό έπαθαν αυτό. Δέν ωφελεί λοιπόν μόνον ο ενάρετος βίος, χωρίς τά υγιή δόγματα, ούτε βέβαια η υγιής πίστη, όταν ο βίος είναι διεφθαρμένος.

Αν εφαρμόσουμε όσα γιά τις αιρέσεις αναφέραμε, ολίγα εκ πολλών, στήν σημερινή κατάσταση της Εκκλησίας, η εικόνα είναι ζοφερή. Ό,τι είπαμε γιά τήν Απολογητική, πού αντιμετώπιζε παλαιότερα τούς εξωτερικούς εχθρούς της Εκκλησίας, τούς αλλοθρήσκους, ισχύει καί γιά τό αντιαιρετικό κήρυγμα. Έπαυσε νά ακούγεται στούς ναούς λόγος εναντίον των αιρέσεων, ωσάν ή Εκκλησία νά έχει περιλάβει στούς κόλπους της όλους όσοι ονομάζονται Χριστιανοί, ωσάν νά ανήκουν όλοι οι Χριστιανοί στό σώμα του Χριστού, νά μνημονεύονται όλοι στό δισκάριο της Προσκομιδης, νά κοινωνούν όλοι εκ του αυτού ποτηρίου. Καί μολονότι αυτό δέν έχει γίνει, καί υπάρχουν Χριστιανοί πολυπληθείς ανά τόν κόσμο πού δέν είναι υγιείς, νοσούν στήν πίστη, στά δόγματα, καί είναι αποκομμένοι από τό σώμα της Εκκλησίας, όχι μόνο δέν παρουσιάζουμε τά νόθα δόγματα καί τις πλάνες τους, γιά νά γιατρέψουμε καί τούς ίδιους καί νά προφυλάξουμε καί τά μέλη της ‘Εκκλησίας από τήν λύμη των αιρέσεων, αλλά τούς καθησυχάζουμε πώς δέν είναι αιρετικοί, είναι καί αυτοί εκκλησίες, όπως εμείς, καί μάλιστα αδελφές εκκλησίες, συγκροτούμε μαζύ τους συμβούλια εκκλησιών, αναγνωρίζουμε τό βάπτισμά τους ως έγκυρο, συμπροσευχόμαστε, μας δίδουν καί τούς δίδουμε ναούς καί πολλά άλλα, όσα η οικουμενιστική σύγχυση των ημερών μας έχει προκαλέσει.

Τά πάντα «άνω καί κάτω γέγονε» θά έλεγε ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Γκρεμίσαμε τούς φράκτες, τά όρια πού έθεσαν οι Άγιοι Απόστολοι καί οι Άγιοι Πατέρες…

Δέν θά φθάσετε στήν ενότητα, λέγει [ο διάβολος] σέ όσους τόν ακούουν, αγωνιζόμενοι γιά τήν αλήθεια· κάνουν λάθος ο Χριστός, οι Απόστολοι, οι Πατέρες· θά φθάσετε στήν ενότητα μέ τήν αγάπη. Αφήστε τά δόγματα στούς θεολόγους, κλείστε τους σέ ενα νησί καί άς συζητούν όσο θέλουν. Ούτε δογμάτων ακρίβεια, ούτε βίου ορθότης είναι απαραίτητα γιά τήν σωτηρία, όπως διδάσκει τό Ευαγγέλιο καί σύμπας των Πατέρων ο χορός, μέ έμφαση δέ ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος. Θά σάς σώσει τώρα ο Οικουμενισμός, πού καταλύει τήν αποκλειστικότητα, τόν ναρκισσισμό, τό δόγμα της Μιάς, Αγίας, Καθολικής καί Αποστολικής Εκκλησίας, καί καταργεί τήν αυστηρότητα της Ευαγγελικής ζωής, διευκολύνοντας τήν εκκοσμίκευση. Μπορούμε ετσι τώρα στις τρείς πτώσεις πού προκάλεσε ο Διάβολος, κατά τόν αείμνηστο καί όσιο Γέροντα Ιουστίνο Πόποβιτς, τις πτώσεις του Αδάμ, του Ιούδα καί του πάπα, νά προσθέσουμε καί τέταρτη πτώση, τήν πτώση του Οικουμενισμού. Ίσως βέβαια σκεφθεί κάποιος καί πεί ότι ορθώς ο Άγιος Χρυσόστομος ομιλεί γιά τούς αιρετικούς καί τούς ελέγχει. Τότε έτσι πίστευαν. Σήμερα έχουν αλλάξει αυτά. Δέν πρέπει νά ασχολούμαστε πλέον καί νά αγωνιζόμαστε εναντίον των άλλων θρησκειών καί των αιρέσεων. Έτσι μου απήντησε γραπτώς μεγαλόσχημος καί γνωστός επίσκοπος, κεκοιμημένος τώρα, όταν του εστειλα τό βιβλίο μου γιά τήν Ουνία, στό οποίο παρουσίαζα τήν εξέλιξη της εξετάσεως του θέματος, στόν διάλογο Ορθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικών, από τόν οποίο μέ απεμάκρυναν γιά τήν όποια συμβολή μου στήν καταδίκη της Ουνίας.

Επειδή λοιπόν κυριαρχούν στήν εκκλησιαστική επικαιρότητα οι θεολογικές συζητήσεις γιά τά όρια της Εκκλησίας, …άς επιτραπεί νά ακουσθεί εδώ στό συνέδριο μας ενας σαφής χρυσοστομικός-πατερικός λόγος.

Οι Ορθόδοξοι τίποτε δέν αλλάσσουμε από όσα παραλάβαμε· ούτε προσθέτουμε, ούτε αφαιρούμε, ούτε αλλοιώνουμε. Όσους προσθέτουν καί αφαιρούν καί αλλοιώνουν τούς αποκηρύσσουμε, τούς αναθεματίζουμε ως αίρετικούς, όπως έκαναν οι άγιες σύνοδοι καί οι Άγιοι Πατέρες…

Η διά των αιώνων ομόφωνη, σταθερή καί αταλάντευτη αυτή αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας εκφραζόταν από τό σύνολο των ιεραρχών της Εκκλησίας της Ελλάδος μέχρι καί του αρχιεπισκόπου Σεραφείμ. Από του αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου (1998) η πρώην παραδοσιακή καί αυστηρή σέ θέματα πίστεως τοπική αυτή εκκλησία, άλλαξε στάση καί προσδέθηκε στό άρμα του Οικουμενισμού…

Σύμφωνα λοιπόν μέ τά λεχθέντα υπάρχουν καί σήμερα αιρέσεις καί μάλιστα πιό επικίνδυνες, γιατί καλύπτουν τό αληθινό τους πρόσωπο ο κυριαρχών Οικουμενισμός καί η απατηλή σύντροφος του η αγαπολογία. Γι’ αυτό όσα είπε καί έπραξε γιά τίς αιρέσεις της εποχής του ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ελάχιστα των οποίων παρουσιάσαμε, ισχύουν πολύ περισσότερο καί σήμερα. Μπορεί κανείς νά εχει σ’ αυτά αντίρρηση, άν επιθυμεί νά είναι ενσωματωμένος στήν διά των αιώνων από τούς Άγιους Πατέρες εκφραζόμενη αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας; Όπως σέ παρόμοια περίπτωση κατά τήν διάρκεια των εργασιών της Z’ Οικουμενικής Συνόδου γιά τό θέμα των άγιων εικόνων είπε ο μητροπολίτης Νικομηδείας Πέτρος, «Ιωάννης ο Χρυσόστομος τοιαύτα λέγει· τις έτι τολμά ειπείν κατ’ αυτών;». Ετολμήθη, παρά ταύτα, νά χρησιμοποιηθεί ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, μέ εσφαλμένη κατανόηση μερικών θέσεών του, υπέρ του Οικουμενισμού από τόν καθηγητή Ευάγγελο Θεοδώρου, αποκαταστάθηκε όμως ή αλήθεια από τόν εμβριθή μελετητή τής διδασκαλίας του αείμνηστο καθηγητή Κωνσταντίνο Μουρατίδη.

3. Τό Σχίσμα. Παρανόηση της χρυσοστομικής διδασκαλίας.

Ενδιαφέρουσα είναι η διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου καί γιά τό σχίσμα, τό οποίο θεωρεί ότι είναι εξ ίσου μεγάλο κακό, όσο και η αίρεση: «Του εις αιρεσιν εμπεσείν το την Εκκλησίαν σχίσαι ουκ έλαττόν εστι κακόν». Η γνώμη του αυτή χρησιμοποιείται συχνά καί στις ημέρες μας, ιδιαίτερα όταν γίνεται λόγος γιά τούς Παλαιοημερολογίτες καί όταν επίσης πολλοί κληρικοί καί πιστοί, προβληματισμένοι γιά τήν εκκλησιολογική αίρεση του Οικουμενισμού, φθάνουν μέχρι του σημείου νά σκέπτονται διακοπή τής κοινωνίας μέ τούς οικουμενιστάς επισκοπους. Τοτε τούς επισημαίνεται ο κίνδυνος του σχίσματος μέ τήν επίκληση καί αυτής της γνώμης του Αγίου Χρυσοστόμου, όχι πάντως ορθώς, διότι η συνάφεια στήν οποία διετύπωσε ο Άγιος Ιωάννης αυτήν τήν θέση είναι τελείως διαφορετική, ο ίδιος δέ δέν δίστασε νά διακόψει τήν κοινωνία μέ άλλους επισκόπους καί να επαινέσει στά κειμενά του, ιδιαίτερα στις επιστολές πού στέλνει απο τήν εξορία, όσους κληρικούς καί λαϊκούς ηρνούντο νά δεχθούν ως νόμιμη εκκλησιαστική κατάσταση τούς διώκτες καί διαδόχους του.

Η συνολική ερευνα των κειμένων του δίδει διαφορετική εικόνα της στάσεως του Χρυσοστόμου πρός τούς διαδόχους του, διαφορετική από εκείνη πού συνήθως προβάλλεται μέ βάση σύσταση καί συμβουλή του Χρυσοστόμου πρός τούς οργισμένους γιά τήν εξορία του κληρικούς καί λαϊκούς νά κάνουν υπακοή στόν διάδοχο του καί νά τόν αναγνωρίσουν, διότι δέν μπορεί η Εκκλησία νά μείνει χωρίς επίσκοπο, νά είναι «ανεπίσκοπος». Αντίθετα, από τήν διδασκαλία καί τήν ζωή του προκύπτει ότι διακοπή της κοινωνίας πρός τόν επίσκοπο δικαιολογείται όχι μόνο σέ περίπτωση πού κηρύσσει αιρεση, όπως τελικώς καθόρισε η Εκκλησία μέ τόν 15ο κανόνα της Πρωτοδευτέρας συνόδου, γιατί αυτό είναι αυτονόητο καί προφανές, αλλά ακόμη καί σέ περίπτωση κατά τήν οποία προσβάλλονται οι θεσμοί της Εκκλησίας, προσβάλλονται γενικώς οι αρχές της αποστολικής πίστεως καί ζωης. Η διδασκαλία του Ευαγγελίου γιά τήν πίστη καί τήν ζωή είναι ενιαία, ο δέ απόστολος Παύλος απέκοψε από τήν εκκλησιαστική κοινωνία τόν αιμομίκτη της Κορίνθου γιά ηθικό παράπτωμα καί όχι γιά αίρετική διδασκαλία. Αυτήν τήν χρυσοστομική γραμμή ακολούθησε μετά από τέσσερες αιώνες άλλη μεγάλη πατερική μορφή, ο Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης (759-826), ο οποίος διέκοψε τήν κοινωνία γιά τό ηθικό θέμα της «μοιχοζευξίας», γιά τό ότι δηλαδή ο ιερομόναχος Ιωσήφ, τη ανοχη του πατριάρχου, ευλόγησε τόν δεύτερο γάμο του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Στ’ (780-797), ενώ ζούσε ακόμη η προηγουμένη του σύζυγος.

…Απαντώντας δέ καί σέ ένσταση πού στρεφόταν εναντίον του ότι δέν έπρεπε νά προβεί σέ καθαιρέσεις καί νά προκαλέσει αναστάτωση καί σχίσμα, αφού δέν υπηρχε θέμα αιρέσεως, αλλά ήσαν ορθόδοξοι οι καθαιρεθέντες, είχαν τήν ίδια πίστη, απαντά ότι δέν αρκεί τό ότι ήσαν ορθόδοξοι· είχαν προσβάλει μέ τήν σιμωνία τήν χειροτονία, τήν ίερωσύνη. Όπως πρέπει νά αγωνιζόμαστε γιά τήν πίστη, έτσι πρέπει νά αγωνιζόμαστε καί γιά τήν κανονική, τήν σωστή εκλογή των επισκόπων. Γιατί, άν μπορεί ο καθένας νά γεμίζει τά χέρια του μέ χρήματα καί νά εξαγοράζει τήν ιερωσύνη, άς προσέλθουν τότε όλοι, άξιοι καί ανάξιοι. Δέν χρειάζεται πλέον τό άγιο θυσιαστήριο, δέν χρειάζεται η γνώμη του πληρώματος της Εκκλησίας, ούτε ο σύλλογος των ιερέων. Ας τά καταργήσουμε όλα αυτά καί άς τά καταστρέψουμε. …Μπροστά στό προσήκον, στό σωστό, δέν κάνει καμμία παραχώρηση ο Χρυσόστομος, ακόμη καί άν πρόκειται νά αποσχισθούν μερικοί από τήν Εκκλησία. Αυτό άς τό σημειώσουμε όσοι στούς καιρούς μας διστάζουμε νά πράξουμε αυτό πού πρέπει, επικαλούμενοι τόν κίνδυνο σχίσματος. Καί τό προσήκον στήν περίπτωση αυτή ήταν η κανονική, η μή σιμωνιακή ιερωσύνη, η κάθαρση της Εκκλησίας από τούς αναξίους επισκόπους.

…Καθ’ όλην τήν διάρκεια της πατριαρχίας του, εξασθενημένος σωματικά αλλά άκαμπτος καί ανυποχώρητος μπροστά στό προσήκον μέχρι τό τέλος τής ζωής του, πού επισυνέβη απο τις ταλαιπωρίες της εξορίας, εισέπραξε, και εξόριστος ων, αφάνταστο μίσος εκ μέρους αναξίων επισκόπων, ελεγχομένων από τήν ζωή καί τήν διδασκαλία του, πράγμα πού τόν οδήγησε νά γράψει πρός τήν διακόνισσα Ολυμπιάδα ότι δέν φοβάμαι κανένα άλλο όσο τούς επισκόπους, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις: «Ουδένα γάρ λοιπόν δέδοικα ως τούς επισκόπους, πλην ολίγων».

Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς ότι ή συνάφεια, μέσα στήν οποία ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είπε ότι τό σχίσμα είναι εξ ίσου κακό μέ τήν αιρεση καί ότι ούτε τό αίμα του μαρτυρίου δέν μπορεί νά εξαλείψει τήν αμαρτία του σχίσματος, έχει σχέση μέ τις διαιρέσεις πού προκαλούνται εξ αιτίας της φιλαρχίας καί της κενοδοξίας όσων εκλέγονται αναξίως επίσκοποι καί όσων εισπηδούν σέ ξένες δικαιοδοσίες γιά νά στηρίξουν τούς αναξίους, καί όχι μέ όσους αντιδρούν γιά τήν καταπάτηση των θεσμών της Εκκλησίας. Οι πρώτοι σχίζουν καί διαιρούν τήν Εκκλησία καί όχι οι δεύτεροι, έστω καί άν, από τήν κυριαρχούσα στήν ηγεσία της Εκκλησίας σχισματική ομάδα, χαρακτηρίζονται ως σχισματικοί, όπως χαρακτηρίσθηκαν ο Άγιος Ιωάννης καί οι έχοντες κοινωνία μαζί του κληρικοί καί λαϊκοί, ως «σχίσμα των Ιωαννιτών», από τούς πράγματι σχισματικούς διαδόχους του. Σ’ αυτούς επιρρίπτει ευθέως τήν κατηγορία του σχίσματος καί τούς στολίζει μέ βαρείς χαρακτηρισμούς, όπως θά δούμε. Πολύ περισσότερο δέν έχουν καμμία σχέση ούτε μέ τούς Παλαιοημερολογίτες, ούτε μέ όσους νεοημερολογίτες ανησυχούν καί αγωνιούν γιά τήν κυριαρχία της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, μέ τούς εκπροσώπους του οποίου, ετεροδόξους καί Ορθοδόξους, έπρεπε αυτονοήτως καί προφανώς νά διακόψουμε κάθε κοινωνία. Αυτό προκύπτει σαφώς από όσα περί αιρέσεων παρουσιάσαμε του Αγίου Ιωάννου, αλλά καί από τήν θέση του Αποστόλου Παύλου στήν πρός Εφεσίους επιστολή, ότι η ενότητα στήν Εκκλησία διασφαλίζεται, όταν οι πιστοί είναι «εν σωμα και εν πνεύμα», όταν υπάρχει «είς Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα». Πιστεύει ο Άγιος Χρυσόστομος, ότι καλώς ο Απόστολος μετά τό «εν σώμα» έθεσε καί τό «εν πνεύμα», γιά νά δείξει ότι από τό ενα σώμα θά υπάρχει ασφαλώς καί ενα πνεύμα, η ιδια πίστη, ή ακόμη ότι δέν αρκεί νά είναι κανείς ενσωματωμένος στήν Εκκλησία, στό «εν σώμα», χρειάζεται νά έχει καί τό πνεύμα της Εκκλησίας, καί αυτό ισχύει όχι μέ τούς αίρετικούς πού είναι εκτός του σώματος της Εκκλησίας, αλλά μέ όσους Ορθοδόξους ανήκουν στό σώμα της Εκκλησίας, δέν εχουν όμως τό πνεύμα της Εκκλησίας, καί είναι φίλοι των αιρετικών.

Θά συμπληρώσουμε τις περί σχίσματος θέσεις του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου παρουσιάζοντας πιό ολοκληρωμένη εικόνα από τήν αποσπασματική καί επιλεκτική πού προβάλλεται μέ τήν επίκληση της συμβουλής του πρός τούς κληρικούς καί λαϊκούς μετά τήν καθαίρεση καί εξορία του νά αποδεχθούν καί νά υπακούσουν στούς διαδόχους του, γιατί η Εκκλησία δέν μπορεί νά είναι χωρίς επίσκοπο. Προηγουμένως πρέπει νά πούμε ότι ο Χρυσόστομος στήν εκκλησιολογία του δέν είναι επισκοποκεντρικός, όπως υπάρχει τάση σέ αρκετούς κληρικούς καί θεολόγους σήμερα νά παρουσιάζουν τήν Ορθόδοξη Εκκλησία ως δήθεν επισκοποκεντρική .

Δέν βλέπει μεγάλη απόσταση μεταξύ του επισκόπου καί του πρεσβυτέρου, αντίθετα πρός τό χάσμα πού εχει δημιουργηθεί σήμερα, κατά τό οποίο ο επίσκοπος είναι τό πάν, οι πρεσβύτεροι καί ο λαος τίποτε, υμνητές και προσκυνητές του επισκόπου. Η Ιερωσύνη είναι ενιαία, ασκούμενη αυθεντικώς καί από τόν επίσκοπο καί από τούς πρεσβυτέρους… «Διαλεγόμενος περί επισκόπων και χαρακτηρίσας αυτούς και ειπών τίνα μέν εχειν, τίνων δέ απέχεσθαι χρη, καί τό των πρεσβυτέρων τάγμα αφείς εις τούς διακόνους μετεπήδησε. Τι δήποτε; Ότι ού πολύ τό μέσον αύτων καί των επισκόπων. Καί γάρ καί αυτοί διδασκαλίαν εισίν αναδεδεγμένοι καί προστασίαν της Εκκλησίας. Καί α περί επισκόπων είπεν, ταύτα καί πρεσβυτέροις αρμόττει. Τή γάρ χειροτονία μόνη υπερβεβήκασι καί τούτω μόνο δοκούσι πλεονεκτείν τούς πρεσβυτέρους».

Μετά τήν αναγκαία αυτή γιά τούς σημερινούς εκκλησιολογικούς προβληματισμούς επισήμανση επανερχόμαστε στά περί σχίσματος. Πράγματι η καθαίρεση καί εν συνεχεία η εξορία του Χρυσοστόμου εδημιούργησαν εκκλησιολογικό δίλημμα στούς κληρικούς καί στούς λαϊκούς γιά τό άν έπρεπε νά αποδεχθούν τις αποφάσεις της συνόδου… Δεχόμαστε λοιπόν τις αποφάσεις όλων των συνόδων, καί των ληστρικών; Δέν υπάρχουν «ψευδείς» καί «αληθείς» σύνοδοι; Ήταν φοβερός ο λαϊκός ξεσηκωμός υπέρ του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου… Αποφασισμένος όμως καί ο αυτοκράτωρ Αρκάδιος νά πραγματοποιήσει τήν απομάκρυνση, ιδιαίτερα όταν οι εχθροί του Χρυσοστόμου επίσκοποι της ψευδοσυνόδου τόν προέτρεψαν νά χρησιμοποιήσει βία…

Ο Χρυσόστομος δέν είχε αναγνωρίσει ποτέ ως κανονική τήν καθαίρεσή του καί θεωρούσε ότι τό σχίσμα τό προκαλούσαν οι αντίπαλοι του. Ήδη οι περί αυτόν σαράντα επίσκοποι, εχοντες μάλιστα τήν πλειοψηφία σέ σχέση μέ τούς τριανταέξη πού συγκέντρωσε ο Θεόφιλος παρά τήν Δρυν, εκ των οποίων είκοσι επτά είχε φέρει από τήν Αίγυπτο, είχαν απευθυνθή πρός τόν Θεόφιλο καθιστώντας τον υπεύθυνο γιά τό σχίσμα: «Μη κατάλυε τά πράγματα της Εκκλησίας καί μη σχίζε τήν Εκκλησίαν, δι’ ην ο Θεός εις σάρκα κατήλθε»…

Επειδή λοιπόν επίστευε ότι τό σχίσμα τό προκαλούν οι αντίπαλοί του, ουδέποτε διενοήθη νά αποδεχθεί τις αποφάσεις των δύο ψευδοσυνόδων, της «επί Δρυν» καί της δεύτερης πού ανανέωσε τις αποφάσεις εκείνης, καί νά αποχωρήσει του θρόνου οικειοθελώς· αυτό θά εσημαινε αναγνώριση της κανονικότητος των αποφάσεων. Από τήν αρχή των περιπετειών του μέχρι του θανάτου του επίστευε ότι αυτός είναι ο νόμιμος καί κανονικός επίσκοπος στόν θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Γι’ αυτό καί όταν ο Αρκάδιος του εζήτησε νά αποχωρήσει από τόν ναό οικειοθελώς γιά νά αποφευχθούν καί οι ταραχές, έδωσε τήν γνωστή γενναία απάντηση: «Εγώ παρά του Σωτήρος Θεού αποδέδεγμαι την Εκκλησίαν ταύτην εις επιμέλειαν της του λαού σωτηρίας, και ου δύναμαι αύτην καταλείψαι· ει δέ τούτο βούλει (η γάρ πόλις σοι διαφέρει), βία με εξέωσον, ίνα έχω απολογίαν της λιποταξίας την σην αυθεντίαν». Ήταν εκ του Θεού χειροτονημένος καί τοποθετημένος, καί η εθελουσία εγκατάλειψη του ποιμνίου που του ενεπιστεύθη ο Θεός θά ήταν λιποταξία. Πιστεύει ότι η εκλογή του ήταν θεόθεν, όχι μέ ψήφους ανθρώπων, γι’ αυτό καί δέν μπορούν νά τόν καταργήσουν άνθρωποι· καί εξ αυτού προκύπτει βεβαίως ότι οι αποφάσεις των συνόδων δέν είναι πάντοτε θεοκίνητες, δέν τις επικυρώνει πάντοτε ο Θεός· «Μη γάρ ανθρωπίναις ψήφοις ενταύθα ήλθομεν; Μη γάρ ανθρωπος ήγαγεν, ίνα άνθρωπος καταλύση».

…Συγκλονίζει πράγματι τό μεγαλείο του Χρυσοστόμου καί η ετοιμότητά του νά φθάσει μέχρι καί τόν θάνατο, προκειμένου νά υπερασπισθεί τούς θεσμούς της Εκκλησίας. …

«Επειδή έστη η πόλις, Εκκλησίαν ο διάβολος ηθέλησε σαλεύσαι. Μιαρέ και παμμίαρε διάβολε, τοίχων ου περιεγένον καί Εκκλησίαν προσδοκάς σαλεύσαι; Μή γάρ εν τοίχοις η Εκκλησία; Εν τω πλήθει των πιστών η Εκκλησία. Ιδού πόσοι στύλοι εδραίοι, ου σιδήρω δεδεμένοι, αλλά πίστει εσφιγμένοι».

…Εκτιμώντας ότι αυτοί οι έπαινοι του πρός τούς αντιδρώντας πιστούς θά εθεωρούντο από μερικούς, όπως συμβαίνει καί σήμερα, ώς υποκίνηση των πιστών σέ στάση, κάνει διάκριση ανάμεσα στή στάση καί στό ζηλο. Αυτά πού κάνουν εκείνοι είναι στάση, γιατί φθάνουν καί μέχρι τή διάπραξη φόνων, ενώ σείς θέλετε νά αποτρέψετε αυτά τά δεινά καί αγωνίζεσθε γιά τήν διάσωση της Εκκλησίας. Αυτό είναι ζηλος, όχι στάση. Αυτοί προκάλεσαν τήν τρικυμία, αλλά η δική σας ανδρεία απέτρεψε τήν θαλασσοταραχή.

…Θά δώσει διέξοδο ο Θεός· θά αμείψει μέ στεφάνους καί βραβεία όσους υπομείνουν τούς πειρασμούς καί θά τιμωρήσει αξίως όσους σκανδάλισαν τήν οικουμένη, ανέτρεψαν τόσες εκκλησίες, …έσχισαν τό σώμα του Χριστού καί διέσπειραν παντού τά μέλη του. …Επαινεί πολλούς επισκόπους πού είχαν διακόψει κάθε κοινωνία μέ τήν κρατούσα εκκλησιαστική κατάσταση, τούς προτρέπει δέ νά συνεχίσουν αυτήν τήν στάση, εστω καί άν οι περισσότεροι υπέκυψαν στούς ισχυρούς. Είναι η μόνη ελπίδα γιά νά διορθωθούν τά κακά. «Τούτο γάρ αρχή της λύσεως του χειμώνος, τούτο ασφάλεια της Εκκλησίας, τούτο των κακών διόρθωσις, όταν τούς τά τοιαύτα πονηρευσαμένους υμείς οι υγιαίνοντες αποστρέφησθε καί μηδέν κοινόν έχητε πρός αυτούς». Καί δέν αρκείται μόνον στήν δική τους διακοπή κάθε κοινωνίας, αλλά τούς συνιστά νά προτρέπουν καί όλους νά πράξουν τό ίδιο. Θεωρεί μάλιστα ότι συγκαταλέγονται μεταξύ των μαρτύρων αυτοί οι οποίοι αγωνίζονται ωστε νά μη φθαρούν καί καταστραφούν οι πατερικές παραδόσεις καί οι θεσμοί της Εκκλησίας…

Μέσα λοιπόν στά πλαίσια αυτά καί μέ αυτήν τήν εικόνα πού προκύπτει από τό σύνολο των μετά τις δύο εξορίες κειμένων του ιδίου του Χρυσοστόμου, μπορούμε νά ερμηνεύουμε όσα παραδίδει ο Παλλάδιος Ελενουπόλεως γιά στις συστάσεις του Χρυσοστόμου πρός αποφυγήν του σχίσματος, τά οποία δέν δίδουν πλήρη τήν εικόνα, γιατί συμπληρώνονται στήν συνέχεια καί από τόν ίδιο τόν Παλλάδιο, ο οποίος συνέπαθε μετά του Χρυσοστόμου καί δέν εκοινώνησε μέ τούς αληθινούς σχισματικούς, συμφωνών απολύτως πρός τήν στάση καί τις συστάσεις του Χρυσοστόμου. Πράγματι τόν παρουσιάζει ο Παλλάδιος αρχικά μετά τήν ανακοίνωση της πρώτης του καθαίρεσης από τήν «επί Δρυν» σύνοδο νά στηρίζει τούς περί αυτόν επισκόπους, οι οποίοι είχαν καταληφθή από αθυμία, εδάκρυζαν καί έκλαιγαν. Αφού τούς υπενθύμισε ότι «οδός εστιν ο παρών βίος, καί τά χρηστά καί τά λυπηρά παροδεύεται», τούς συνέστησε νά μήν εγκαταλείψουν τις επισκοπές τους· «τάς εκκλησίας υμών μη αφήτε». Όταν του επεσήμαναν ότι, άν κρατήσουν τις επισκοπές, είναι αναγκασμένοι νά κοινωνήσουν πρός τούς κρατούντες, απήντησε· «κοινωνήσατε μέν, ίνα μή σχίσητε τήν Εκκλησίαν, μή υπογράψητε δέ· ουδέν γάρ εμαυτώ σύνοιδα αξιον καθαιρέσεως». Τά ίδια είπε καί πρός τήν Ολυμπιάδα καί τις άλλες διακόνισσες, τά οποία, ερμηνευόμενα μετά προσοχης, δέν αφήνουν καμμία αντίφαση καί αντίθεση μεταξύ των όσων συνιστούσε πρός αποφυγήν του σχίσματος στή φάση αυτή καί των όσων στή συνέχεια έπραττε καί συνιστούσε γιά αποφυγή της κοινωνίας καί αποστροφή των κρατούντων.

Είπε λοιπόν προς τις πνευματικές του κόρες:

«Τούτο εστιν ο παρακαλώ· μη τις υμών ανακοπή της συνήθους εύνοιας της περί τήν Εκκλησίαν· και ος αν άκων αχθή επι τήν χειροτονίαν, μή αμφιβατεύσας το πράγμα, κατά συναίνεσιν των πάντων, κλίνατε αυτώ τήν κεφαλήν υμών ως Ιωάννη· ου δύναται γάρ η Εκκλησία άνευ επισκόπου είναι».

Γιά νά μή μείνει λοιπόν η ‘Εκκλησία άνευ επισκόπων καλών, συνιστά στούς επισκόπους πού τόν ακολουθούσαν νά παραμείνουν στις επισκοπές τους εν κοινωνία προσωρινη πρός τούς παρανομούντες. Ήθελε νά μή παραδοθεί σέ κακούς επισκόπους καθ’ ολοκληρίαν τό σκάφος της Εκκλησίας· οικονομεί πρός καιρόν τά πράγματα. Αυτό φαίνεται καί εκ του ότι τήν ίδια στιγμή πού λέγει αυτά πρός τούς συνεπισκόπους του, ο ίδιος σέ δικά του κείμενα ομιλεί περί λύκων καί μοιχών, όπως είδαμε· αυτή είναι η κατά ακρίβειαν γνώμη του. Η σύσταση πρός τις διακόνισσες βρίσκεται στήν ίδια κατεύθυνση, προετοιμάζει όμως τό έδαφος γιά τήν μετέπειτα τελείως απορριπτική των διαδόχων του στάση, διότι θέτει όρους καί προϋποθέσεις γιά τήν αναγνώριση καί αποδοχή τους, γιά τήν κοινωνία πρός αυτούς· καί οι όροι πού θέτει είναι νά εκλεγεί άκων, χωρίς τή θέληση του, χωρίς νά τό επιδιώκει αυτός πού θά τόν διαδεχθεί, καί νά είναι πρόσωπο επίσης κοινής αποδοχής, «κατά συναίνεσιν πάντων».

Αυτοί οι όροι όχι μόνον δέν ετηρήθησαν, καί οι δύο διάδοχοι του, ο Αρσάκιος καί ο Αττικός στή συνέχεια ήσαν πρόσωπα της μερίδος των εχθρών του, ανελθόντες όχι άκοντες αλλά μετά χαράς εις τόν θρόνον, αλλά πολύ περισσότερο εκίνησαν φοβερούς διωγμούς εναντίον όσων παρέμειναν πιστοί στόν Ιωάννη, ακόμη καί εναντίον της Ολυμπιάδος καί των άλλων διακονισσών. Δέν κατέβαλαν καμμία προσπάθεια ειρηνεύσεως της Εκκλησίας· καθαιρούσαν καί εξόριζαν επισκόπους, δέν άφηναν δέ τόν εξόριστο ιεράρχη ούτε στήν εξορία του ήσυχο, αλλά τόν ταλαιπωρούσαν διαρκώς μέχρι πού τόν οδήγησαν στόν θάνατο. Έδειξαν λοιπόν τά ίδια τά πράγματα ότι αυτοί ήσαν προβατόσχημοι λύκοι, πειρατές καί δήμιοι, χειρότεροι από τούς πιό σκληρούς διώκτες της Εκκλησίας, γι’ αυτό καί επαινεί όσους δέν εχουν κοινωνία μαζί τους, θεωρώντας τους κατά πρόθεση μάρτυρες.

Δέν πρέπει λοιπόν νά γίνεται επιλεκτική επίκληση μόνον των πρώτων συστάσεων του Χρυσοστόμου πρός τούς σαράντα συνεπισκόπους του καί στις διακόνισες καί ιδιαίτερα της φράσεως ότι δέν μπορεί η εκκλησία να είναι χωρίς επίσκοπο, «ου δύναται γάρ η Εκκλησία ανευ επισκόπου είναι», αλλά καί της τελικής του στάσεως, της διακοπής κάθε κοινωνίας καί συναναστροφής ως μόνης οδού γιά τή διόρθωση των πραγμάτων της Εκκλησίας. Σέ δύσκολες περιόδους τήν διαποίμανση αναλαμβάνει ο ίδιος ο Χριστός· καθιστά τά πρόβατα ποιμένες, καί δι’ αυτών εκδιώκει τούς προβατόσχημους λύκους. Όντως η Εκκλησία δέν μπορεί νά είναι χωρίς επίσκοπο, εννοείται βέβαια χωρίς καλόν επίσκοπο.

Επίλογος

…Η μεγάλη του προσφορά, ανάμεσα στις πολλές άλλες, είναι τό ανύστακτο καί αμετάπτωτο μαρτυρικό φρόνημα πού μετέδωσε στούς πιστούς όλων των εποχών, γιά νά κρατηθεί άγρυπνη καί αγωνιζόμενη η Εκκλησία μετά τούς διωγμούς, νά μή παρασυρθή από τήν άνεση, τήν ειρήνη, τήν καλοπέραση, απο τήν ειρηνική καί ισοπεδωτική συνύπαρξη μέ τις άλλες θρησκείες καί τις αιρέσεις. Διέγνωσε ότι μετά τήν ήττα του Διαβόλου από τόν φανερό πόλεμο εναντίον της Εκκλησίας, θά επιχειρούσε νά τήν πλήξει εσωτερικά μέ τις αιρέσεις καί τά σχίσματα . Γι’ αυτό καί εκράτησε τούς πιστούς στήν Αντιόχεια καί στήν Κωνσταντινούπολη ετοιμοπόλεμους μέχρι θανάτου, ετοιμους νά μαρτυρήσουν γιά νά σώσουν τήν ευσέβεια καί τήν αρετή. Τούς εδίδασκε ότι μάρτυρας δέν είναι μόνον αυτός πού αποθνήσκει γιά τήν πίστη κατά τούς διωγμούς, αλλά καί αυτός πού έχει τήν προαίρεση, τήν πρόθεση νά μαρτυρήσει, αντιδρώντας πρός όσους διαστρέφουν τά δόγματα καί τούς θεσμούς της Εκκλησίας, πρός τούς ψευδοποιμένες καί προβατόσχημους λύκους.

…Είναι καθοδηγητικά όσα λέγει γιά τήν υπεροχή, γιά τήν προτίμηση της αλήθειας μπροστά στήν αγάπη, ή οποία, χωρίς τήν αλήθεια, είναι ψευτοαγάπη, πρόσχημα και υποκρισία:

«Ει που την ευσέβειαν παραβλαπτομένην ίδοις, μη προτίμα την ομόνοιαν της αληθείας, αλλ’ ίστασο γενναίως έως θανάτου…την αλήθειαν μηδαμού προδιδούς».

Καί, αλλού συνιστά μέ έμφαση: «Μηδέν νόθον δόγμα τω της αγάπης προσχηματι παραδέχησθε».

7112112

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Ώς γνωστόν το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικν Μελετων εξέδωσε το 1975 ένα πολύ σημαντικό βιβλίο το οποίο παρουσιάζει σε 300 σελίδες την 8ηΟικουμενική Σύνοδο από θεολογικς και ιστορικς απόψεως. Αυτή η Οικουμενική Σύνοδος (879-880) υπό την προεδρίαν το Αγίου Φωτίου το Μεγάλου, έλαβε χώρα στην Κωνσταντινούπολη. Από την Δύση ο τότε πάπας Ιωάννης ο 8ος πού εἶχε ορθόδοξο φρόνημα, έστειλε 3 επισκόπους να τον αντιπροσωπεύσουν, να μετάσχουν στην Σύνοδο και να υπογράψουν τις αποφάσεις. Αυτή η Σύνοδος κατεδίκασε το Filioque, επεκύρωσε την 7η Οικουμενική Σύνοδο, εθέσπισε μερικούς κανόνες τῆς Εκκλησίας οι οποίοι εἶναι εν ισχύει σήμερα.

Όλη η σημερινή Δογματική Επιστήμη τῆς Ελλάδος συμφωνεί ότι πρόκειται περί τῆς 8ης Οικουμενικῆς Συνόδου θεολογικῶς, πού πρέπει να επικυρωθεĩ από πανορθόδοξο Σύνοδο. Εάν επικυρωθεĩ από «ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟ ΣΥΝΟΔΟ», θα έχει γίνει ένα σοβαρό βῆμα προς τις μελλοντικές προσπάθειες για την Ένωσιν.

Η «ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΟΔΟΣ» (!)

Από πολλῶν ετῶν συζητεĩται η σύγκλησις Μεγάλης Πανορθοδόξου Συνόδου. Ερωτᾶται εάν η προετοιμαζομένη «Μεγάλη Πανορθόδοξος Σύνοδος» πληροĩ τούς όρους ορθοδόξου Συνόδου, ή όχι. Αι τακτικαί ορθόδοξοι σύνοδοι, αι γινόμεναι «κατά τάς αρχαίας συνθήκας» ανακόπτουν την είσοδον τοῦ κακοῦ εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν. Μεγίστη δε εἶναι η ζημία, όταν αι συγκαλούμεναι σύνοδοι δέν εἶναι ορθόδοξοι, αλλά φιλαιρετικαί ή αιρετικαί, εν ονόματι τῆς Ορθοδοξίας.

Δεν εναι δυνατόν να μετάσχουν τς συνόδου οι ασεβοντες περί την πίστιν (Μ. Αθανάσιος). Επίσης, λέγει ο Μέγας Αθανάσιος, δεν πρέπει εν συνόδω η εξέτασις άλλου πράγματος να προκρίνεται τς πίστεως.

Η παρασκευαζομένη «Μεγάλη Σύνοδος» ουδέν θέμα αιρέσεως περιλαμβάνει προς εξέτασιν, ως καταφαίνεται εκ τοῦ καταλόγου θεμάτων ταύτης, τοῦ καταρτισθέντος παρά τῆς Α’ «Πανορθοδόξου Διασκέψεως» Ρόδου τοῦ 1961 (P.G. 31,680) και εκ τοῦ «Ανακοινωθέντος» τῆς Προπαρασκευαστικῆς Επιτροπῆς τοῦ 1971 (Πρ. θ’, 4).

Επί πλέον εις την «Μεγάλην Σύνοδον» (2012) πού θα συνέλθη, δεν πρόκειται να μετάσχουν μόνον γνήσιοι Ορθόδοξοι, αλλά και Οικουμενισταί ή φιλοοικουμενισταί Ορθόδοξοι, οι οποίοι κατέχουν σήμερον επισκοπικούς θρόνους, από τν πατριαρχικν μέχρι τν απλν επισκοπικν. Η συμμετοχή τούτων εις την Σύνοδον θα αποτελέση παράβασιν το ετέρου βασικο όρου συγκροτήσεως ορθοδόξου συνόδου, ήτοι το αποκλεισμο τν αιρετικν απ’ αυτς. Αν όντως θέλει να εἶναι ορθόδοξος μία μελλοντική Μεγάλη Σύνοδος, τότε πρέπει να καταδικάση τοῦς αμετανοήτους οικουμενιστάς, μετά τῆς αιρέσεώς των, και όχι να συνεργασθή μετ’ αυτῶν. Η σύγκλησις το 2012 τῆς «Μεγάλης Συνόδου» τῆ συμμετοχῆ τῶν Οικουμενιστῶν, θα αποτελέση παράβασιν τν θεσμν το Θεο περί συνόδων τς Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η σύνοδος αυτή δεν θα εναι ορθόδοξος, αλλά οικουμενιστική. Δεν θα εἶναι οικουμενική Σύνοδος μετά την Η’ (επί Μεγάλου Φωτίου), αλλά οικουμενιστική, Σύνοδος τοῦ Οικουμενισμού, υπό ορθόδοξον προσωνυμίαν.

Η όλη κίνησις διά την σύγκλησιν τῆς «Μεγάλης Συνόδου» παρέχει έντονον την εντύπωσιν, ότι δι’ αυτῆς οι Οικουμενισταί επιδιώκουν να επικυρώσουν συνοδικῶς τά οικουμενιστικά έργα των. Να περιβάλουν, δηλαδή, διά τοῦ κύρους μιᾶς «Μεγάλης Πανορθοδόξου Συνόδου» τάς αιρετικάς κακογνωμίας, τας οποίας διαδίδουν μεταξύ τῶν Ορθοδόξων, τας διαπραχθείσας οικουμενιστικάς καινοτομίας και την προωθουμένην ασεβῆ ένωσιν τῆς Ορθοδοξίας μετά τῶν αιρέσεων! Επειδή πσαι αι Σύνοδοι τς Ορθοδόξου Εκκλησίας καταδικάζουν κακοδοξίας τς παναιρέσεως, οι Οικουμενισταί αισθάνονται εαυτούς συνοδικς ακαλύπτους. Επιθυμον λοιπόν σφόδρα την κάλυψίν των, διά συνόδου, η οποία θα αναθεωρήση αποφάσεις τν προτέρων ορθοδόξων Συνόδων και θα δικαιώση τούς οπαδούς το Οικουμενισμο. Κατά τατα η λεγομένη προκαταβολικς (!) «Αγία και Μεγάλη Πανορθόδοξος Σύνοδος» (2012) κινεĩται παρά τν Οικουμενιστν υπέρ το Οικουμενισμο και εναντίον τς Ορθοδόξου Εκκλησίας το Κυρίου Ημν Ιησο Χριστο.

«Η Προπαρασκευαστική Επιτροπή» τῆς Συνόδου εδρεύει εν Γενεύη τῆς Ελβετίας, όπου και η έδρα τοῦ προτεσταντικοῦ Οικουμενισμοῦ. Η Επιτροπή αύτη εργάζεται υπό τάς ευλογίας και την καθοδήγησιν τῆς Κων/λεως ήτις εάλω υπό τοῦ Οικουμενισμοῦ (Τρίτη άλωσις τῆς Κων/λεως).

Μετά τῆς Επιτροπῆς συνεργάζονται αι αυτοκέφαλοι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι, αι οποĩαι εἶναι μέλη τοῦ οικουμενιστικοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου (Αιρετικῶν) «Εκκλησιῶν». Τά προτεινόμενα θέματα πίστεως εἶναι γενικά και ουδεμίαν αίρεσιν θίγουν. Η «Μεγάλη Πανορθόδοξος Σύνοδος» δεν προβλέπεται (το 2012) να καταδικάση αιρετικόν τινα.

Οι προταθέντες μέχρι τοῦδε κατάλογοι θεμάτων παρέχουν την εντύπωσιν, ότι η «Μεγάλη Σύνοδος» δεν θα αποτελέση ορθόδοξον σύνοδον, η οποία θα εξετάση προκύψαντα ζητήματα εν τῆ Εκκλησία αλλά μᾶλλον συνέδριον οικουμενιστικοῦ τύπου, ή ακριβέστερον αντίγραφον τῆς Β’ Βατικανῆς Συνόδου τοῦ Παπισμοῦ. Όπως εκείνη τοῦ Παπισμοῦ υπῆρξε «σύνοδος» ενωτική, ούτω και η λεγομένη «Μεγάλη Πανορθόδοξος Σύνοδος» το 2012, προμηνύεται να εἶναι επίσης «σύνοδος» ενωτική, δηλαδή οικουμενιστική.

Ταῦτα προς τον ορθόδοξον πιστόν λαόν τοῦ Θεοῦ, και προς τον «Δυτικόν λαόν» επίσης, πού πρέπει κατά τον π. Γεώργιον Μεταλληνόν να ενημερώνουμε και όχι τους ηγέτας του πού εἶναι σε μεγάλη Δέσμευσιν.

Υ.Γ.

8η Οικουμενική Σύνοδος: 879-880 μ.Χ. Κωνσταντινούπολις. Συγκλήθηκε από τον αυτοκράτορα Βασίλειο τον Μακεδόνα. Ηγήθηκαν ο Ορθόδοξος τότε Πάπας της Ρώμης Ιωάννης Η΄ (872-882) και ο Πατριάρχης της Κων/πόλεως Νέας Ρώμης Μεγάλος Φωτιος (858-867, 877-886). Επεκύρωσε τις αποφάσεις της 7ης Οικουμενικής Συνόδου, και καταδίκασε το Φιλιόκβε, που μόλις τότε είχε αρχίσει να επιβάλλεται. [Kαταδίκασε τις αιρετικές Συνόδους του Καρλομάγνου στη Φραγκφούρτη (794) και το Άαχεν (809)].

http://www.oodegr.com/oode/dogma/synodoi/synodoi1.htm

…8. Έτσι υπάρχουν σήμερα Ορθόδοξοι που αυτοαποκαλούνται Εκκλησία των Επτά Οικουμενικών Συνόδων. Πολλοί Ορθόδοξοι αγνοούν την Όγδοη και την Ένατη Οικουμενική Σύνοδο. Η Όγδοη Οικουμενική Σύνοδος το 879 απλά καταδίκασε αυτούς που «προσθέτουν» ή «αφαιρούν» από το Σύμβολο του 381 καθώς και όσους δεν αποδέχονται τη διδασκαλία περί Εικόνων της Έβδομης Οικουμενικής Συνόδου. Οι Φράγκοι που καταδικάζονται προς το παρών δεν αναφέρονται καθαρά με σκοπό να τους δοθεί η ευκαιρία να αναθεωρήσουν.

http://www.romanity.org/htm/rom.e.00.vasikes_theseis_autou_tou_website.htm