Κυριακή, 31 Μαρτίου 2019

Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης: «Κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας»· νὰ ἔχουμε, δη­­λαδή, τὴν πίστι ἀχώριστο σύντροφο στὴ ζωή μας.

Γιὰ νὰ σωθῇ λοιπὸν κάποιος χρειάζεται πίστις· πίστι σὲ ὅ,τι διδάσκει ὁ Χριστός... 

Η ΠΙΣΤΙ ΦΩΣ, ΟΠΛΟ, ΟΔΗΓΟΣ
«Ἀδελφοί, ἔχοντες ἀρχιερέα μέγαν διελη­λυθότα τοὺς οὐρανούς, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ, κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας» (Ἑβρ. 4,14)
Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀγαπητοί μου, εἶνε ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου. Σῴζει ὁ Χριστός. Καθὼς διανύουμε τὸ στάδιο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, εἶνε ὁ πιὸ κατάλληλος και­ρὸς γιὰ νὰ ἐμβαθύνουμε μὲ ἡσυχία στὶς μεγάλες ἀλήθειες τῆς πίστεώς μας ὅπως αὐτή, ὅτι ὁ Χριστὸς σῴζει.
Ἀπὸ τί σῴζει; Ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸ τῆς ἁ­μαρτίας. Ὅπως ἔσωσε τότε τὸ Νῶε καὶ τὴν οἰ­κογένειά του ἀπὸ τὸν κατακλυ­σμὸ τοῦ νεροῦ, ποὺ ἔπνιξε ὅλη τὴν ἀμετα­νόητη ἀν­θρωπότητα, ἔτσι σῴζει καὶ σήμερα.
Πῶς σῴζει; Ἡ σωτήριος κιβωτὸς τώρα, μέσα στὸν τελευταῖο αὐτὸ φοβερὸ κατακλυσμό, εἶνε ἡ Ἐκκλησία, τὸ ἀβύθιστο πλοῖο τοῦ Θεοῦ, ἡ Ὀρ­θόδοξος Ἐκκλησία, τὴν ὁποία ἔ­χτισε καὶ ἀπέκτησε μὲ τὸ ἴδιο τὸ αἷμα του· δι᾽ αὐτῆς σῴζει ὁ Χριστός.
Ποιούς σῴ­ζει; Τὶς ψυχὲς ἐκείνων ποὺ τὸν ἐ­πικαλοῦνται. Σῴζει τοὺς ἁ­μαρτωλούς. Ἀλλὰ ἁμαρτωλοὶ εἶνε ὅλοι, θὰ πῆτε· θὰ σωθοῦν δηλαδὴ ὅλοι; Ἀσφαλῶς ὅλοι μποροῦν νὰ σωθοῦν, ἂν βέβαια τὸ θελήσουν. Δυστυχῶς ὅμως δὲν τὸ θέλουν. Ποιούς ἁμαρτωλοὺς λοιπὸν σῴζει ὁ Χριστός;
Ἐκείνους ποὺ συναισθά­νονται τὴν ἀθλιότητά τους, πιστεύουν σ᾽ αὐτὸν ὅτι μόνο αὐτὸς μπορεῖ νὰ τοὺς λυτρώ­σῃ, καὶ μποροῦν νὰ ἐπαναλάβουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους τὴν εὐ­λογημένη ἐκείνη ὁμολογία τοῦ ἀποστόλου Παύλου· «Χριστὸς Ἰησοῦς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐ­γώ»· ἦρθε στὸν κόσμο νὰ σώσῃ τοὺς ἁμαρτω­λούς, ἀπ᾽ τοὺς ὁποίους πρῶτος εἶμαι ἐγώ (Α΄ Τιμ. 1,15).
Ὁ Χριστὸς προσφέρει σὲ ὅλους τὴν σωτη­ρία, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν ὅρο ν᾿ ἀναγνωρίσουν καὶ νὰ ὁμολογήσουν τὴν ἁ­μαρτωλότητά τους, νὰ πιστέψουν ὅτι αὐ­τὸς εἶνε ὁ μόνος Σωτήρας, κοντὰ στὸν ὁ­ποῖο θὰ βροῦν τὴν ψυχική τους ἀνάπαυσι καὶ τὴν σωτηρία τους.
Γιὰ νὰ σωθῇ λοιπὸν κάποιος χρειάζεται πίστις· πίστι σὲ ὅ,τι διδάσκει ὁ Χριστός, πίστις ὅ­τι μετὰ θάνατον ὑ­πάρχει ἀνάστασις, κρίσις καὶ ἀν­ταπόδοσις, παράδεισος καὶ κόλασι. Χω­ρὶς τὴν πίστι αὐτὴ ἡ σωτηρία εἶνε ἀδύνατη. Διότι ἡ πίστι στὸ Χριστὸ εἶνε ἡ κινητήριος δύναμις γιὰ τὰ ἔργα τῆς πίστεως, γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου.
Γνωρίζοντας καλὰ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια ὁ ἀ­πό­στολος Παῦλος καὶ καθὼς γράφει στοὺς ἐξ Ἑ­βραί­ων Χριστιανούς, ὅπως ἀκούσαμε σήμερα στὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, τοὺς προτρέπει θερμά, «νὰ κρατοῦν τὴν ὁμολογίαν», τὴν πίστι δηλαδή, ὡς ἀνεκτίμητο θησαυρό. «Ἀδελφοί», γράφει, «ἔχοντες ἀρχιερέα μέγαν διεληλυθό­τα τοὺς οὐρανούς, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ, κρατῶμεν τῆς ὁμολογί­ας» (Ἑβρ. 4,14).
Ποιά, λοιπόν, εἶνε ἡ ὁμολογία ποὺ πρέπει νὰ κρατοῦμε; Ὁ Χριστός, λέει ἐδῶ, εἶνε ὁ ἀρ­χιερεύς μας, ὁ μέγας Ἀρχιερεύς. Προσέφερε θυσία ὄ­χι κάτι ἄλ­λο, ὄχι κάτι ξένο, ζῷα ἢ καρποὺς ὅπως γινόταν παλιά, ἀλλὰ τὸ ἴδιο τὸ τίμιο αἷμα του. Σταυρώ­θηκε, ἀπέθανε, ἐ­τάφη, ἀναστήθηκε, ἀνελήφθη καὶ βρίσκεται στοὺς οὐρανούς. Ἐ­κεῖ, ὁ μέγας Ἀρχιερεύς μας, συνεχίζει νὰ δέεται καὶ νὰ μεσιτεύῃ ὑπὲρ τῶν πιστῶν. Αὐτὴ εἶνε ἡ ὁμολογία τῆς πίστεώς μας, τὴν ὁποία, ὅπως συμβουλεύει ὁ ἀπόστολος, πρέπει νὰ κρατοῦ­με σφιχτά, γιὰ νὰ μὴ τὴν χάσουμε· γιατὶ ἡ ἀπώλειά της ἰσοδυναμεῖ μὲ ἀπώλεια τῆς ψυχῆς μας.
Ἂς δοῦμε τώρα, ἀγαπητοί μου, πιὸ ἀναλυτικὰ καὶ πιὸ συγκεκριμένα, ποιό ῥόλο παίζει ἡ πίστι στὴ ζωή μας καὶ πῶς βοηθεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ σωθῇ.
* * *
«Κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας»· νὰ ἔχουμε, δη­­λαδή, τὴν πίστι ἀχώριστο σύντροφο στὴ ζωή μας. Αὐτὴ θὰ εἶνε ὁ πολύτιμος ὁδηγός μας σ᾽ αὐτὴ τὴ ζωὴ ποὺ μοιάζει μὲ ἔρημο. Στὴν παλαιὰ διαθήκη ὁ περιούσιος λαὸς τοῦ Θεοῦ περπατοῦσε μέσα στὴν ἔρημο ὁδηγούμενος ἀ­πὸ ἕνα ὁρατὸ σημάδι ποὺ προπορευόταν στὸ δρόμο του· τὴν ἡμέρα δηλαδὴ «ἐν στύλῳ νεφέλης» καὶ τὴ νύχτα «ἐν στύλῳ πυρός» (Ἔξ. 13,21). Ἔτσι τώρα ἡ πίστις ὁδηγεῖ τὸ νέο Ἰσρα­ήλ, ἐ­μᾶς, ποὺ διαβαίνουμε μιὰ ἔρημο ὅπως τό­­τε οἱ Ἰουδαῖοι. Ὅποιος βαδίζει στὴν ἔρημο χωρὶς ὁ­δηγὸ χάνεται· ἀλλὰ κι ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔ­χει ὁδηγό του τὴν πίστι θὰ περιπλα­νηθῇ στὶς ἄγονες ἐκτάσεις τῆς ἀπιστίας, θὰ βαδίζῃ δι­αρκῶς μέσα στὴν ἴδια χώρα καὶ θὰ νομίζῃ ὅτι προχωρεῖ πρὸς τὰ ἐμπρός, ὅτι πλησιάζει στὸ σκοπό του, καὶ ἐν τούτοις θὰ βρίσκεται πάν­τα στὸ ἴδιο σημεῖο, μέσα στὸν ἴδιο κύκλο. Ταλαίπωρος ὁ ἄπιστος! Θὰ ζήσῃ καὶ θὰ πεθάνῃ μέσα στὴν ἔρημο τῆς ἀπιστίας, ποὺ εἶ­νε χίλιες φορὲς χειρότερη ἀπὸ τὶς ἐρήμους τῆς Ἀφρικῆς. Εὐτυχισμένος ὁ πιστός! Κρατώντας τὴν πίστι σὰν φανάρι, σὰν προβολέα τοῦ πνεύματός του, θὰ βαδίζῃ πρὸς τὰ ἐμ­πρός, μὲ ἀσφάλεια θὰ βγῇ ἀπὸ τὴν ἔρημο, καὶ θ᾿ ἀντικρύσῃ μὲ χαρὰ ἀπερίγραπτη τὶς ἀ­κτὲς τῆς αἰωνίου ζωῆς.
«Κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας»· νά ᾽χουμε τὴν πίστι ἀχώριστο σύντροφο στὴ ζωή μας. Γιατὶ δι­αβαίνουμε μιὰ χώρα ποὺ εἶνε ὄχι μόνο ἔρημη ἀλλὰ εἶνε καὶ χώρα ἐχθρική· χώρα, στὴν ὁ­ποία παραμονεύουν συμμορίες λῃστῶν μὲ ἀρ­χιλῃστὴ τὸν σατανᾶ· καραδοκοῦν σὲ περάσμα­τα, ἐνεδρεύουν σὲ σημεῖα ἀπόμερα κ᾽ εἶ­νε ἕ­τοιμοι νὰ μᾶς ἐπιτεθοῦν. Ἂς εἴμαστε λοι­πὸν κ᾽ ἐμεῖς ἕτοιμοι γιὰ ἄμυνα καὶ ἐπίθεσι· ἕ­τοιμοι νὰ διασπάσουμε τὸν κλοιὸ ποὺ δημιουργοῦν γύρω μας οἱ δυνάμεις τοῦ ἐχθροῦ. Ὅπλο μας στὶς μάχες αὐτές, ὅπλο ἀπαραίτητο, εἶνε ἡ πίστις. Ἀλλοίμονο στὸν στρατιώτη ποὺ θὰ βρε­θῇ ἄοπλος ἀνάμεσα σὲ μιὰ συμμορία λῃστῶν· ἀλλὰ ἀλλοίμονο καὶ στὸν Χριστιανὸ ποὺ θὰ βρεθῇ χωρὶς τὴν πίστι στὶς κρίσιμες στιγμὲς τῶν ἀγώνων του. «Κρατῶμεν τῆς ὁμολογί­ας». Ἡ σταθερὴ ὁμολογία, ἡ πίστι στὸ Χριστό, εἶνε ὁ χαλύβδινος «θώραξ» καὶ ὁ «θυρεός» (=ἡ ὁ­λόσωμη ἀσπίδα) ποὺ ἐ­πάνω τους θὰ πέφτουν καὶ θὰ τσακίζωνται τὰ πυρωμένα βέλη τοῦ ἐ­χθροῦ μας (βλ. Α΄ Θεσ. 5,8. Ἐφ. 6,16).
«Κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας»· νά ᾽χουμε τὴν πίστι ἀχώριστο συνοδὸ στὴν πορεία τῆς ζωῆς μας. Γιατὶ πολ­λὲς φορὲς κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ βίου μας θὰ βρεθοῦμε σὲ δύσκολες καταστάσεις, μπροστὰ σὲ προβλήματα περίπλοκα· προβλή­ματα τέτοιας φύσεως, ποὺ μόνο μὲ τὸ φω­τισμὸ τοῦ Θεοῦ μποροῦν νὰ λυθοῦν σωστά, διαφορετικὰ ἢ θὰ μένουν ἄλυτα ἢ θὰ περιπλέκωνται ἀκόμη χειρό­τερα. Ἀλλὰ πῶς θὰ λάβουμε αὐτὸ τὸν φωτισμό; Ὁ φωτισμὸς εἶνε καρπὸς τῆς πίστεως. Ξέρετε πῶς παρωμοίασε κάποιος τὴν πίστι; Μὲ τὸν μίτον τῆς Ἀριά­δνης. Θὰ θυμᾶστε ἀπὸ τὸ δημοτικὸ σχολεῖο ὅτι ἡ μυθολογία τῶν ἀρχαίων εἶχε πλάσει τὴν ἑξῆς ἱστορία. Στὴν Κνωσὸ τῆς Κρήτης, ὅπου βασίλευε ὁ Μίνως, ὑπῆρχε ἕνα ἄντρο ποὺ λεγόταν Λαβύρινθος. Ἦταν μιὰ σπηλιὰ μὲ πολύ­κλα­δα διαμερίσματα, στὴν ὁποία ὅποιος ἔμ­παινε χανόταν καὶ δὲν μποροῦσε νὰ βγῇ. Ἐ­κεῖ ζοῦσε ὁ Μινώταυρος, ἕνα μυθικὸ τέρας ποὺ ἦταν ἀπὸ τὴ μέση καὶ πάνω ἄνθρωπος κι ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω ταῦρος καὶ τρεφόταν μὲ σάρκες νέων ἀνθρώπων, ποὺ τοῦ ἔφερναν ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Βαρὺς αὐτὸς φόρος αἵματος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀπήλλαξε τὴν Ἀθήνα ὁ Θησέ­ας ὅταν ἔγινε βασιλιᾶς της. Μπῆκε στὸ Λαβύ­ρινθο καὶ σκότωσε τὸ Μινώταυρο· ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ χαθῇ καὶ νὰ μπορέσῃ νὰ βρῇ τὴν ἔξοδο, τὸν βοήθησε ἡ Ἀριάδνη, κόρη τοῦ Μίνωος. Τοῦ ἔδωσε τὸν μίτον, ἕνα λεπτὸ σχοινὶ ἢ νῆ­μα – κλωστή· ὁ Θησέας ἔδεσε τὴ μία ἄκρη του στὴν εἴσοδο τοῦ σπηλαίου, προχώρησε μέσα ξετυλίγοντας τὸ κουβάρι, συνάντησε καὶ σκότωσε τὸ τέρας, καὶ ἀκολουθώντας τὸ νῆμα βρῆκε τὴν ἔξοδο καὶ βγῆκε. Ἀλλ᾿ ἐὰν ὁ Λαβύ­ρινθος ἐκεῖνος ἦταν φανταστικός, ἡ καθημερινὴ ζωή, ὡς ἀτόμων καὶ ὡς μελῶν τῆς κοινωνίας, μᾶς ῥίχνει πολλὲς φορὲς σὲ λαβυρίν­θους πραγματικούς, ἀπ᾽ τοὺς ὁποίους δὲν θὰ βγοῦμε ἂν δὲν κρατοῦμε σὰν σωτήριο μίτον τὴν πίστι, τὴν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ θὰ μᾶς ῥίξῃ φῶς κ᾽ ἐκεῖ ὅπου οἱ ἄπιστοι ἔχουν βαθὺ σκοτάδι· αὐτὴ θὰ μᾶς δώσῃ λύσεις ποὺ φωτίζονται ἀπὸ τὸ ἄδυτο Φῶς.
* * *
Ἀδελφοί μου, «κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας». Μέσα στὴν ἔρημο καὶ στὸ σκοτάδι, ἀνάμεσα στοὺς ἐχθροὺς ποὺ μᾶς κυκλώνουν, μέσα στὸ λαβύρινθο ποὺ χανόμαστε, μέσα στὶς δύσκολες αὐτὲς ἡμέρες ποὺ ζοῦμε ὅλοι, ἂς ἀκουστῇ γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ ἡ φωνὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου· Ἀδελ­φοί, «κρατῶμεν τῆς ὁμολο­γίας». Ἂς κρατοῦ­με σφιχτὰ τὴν πίστι μας καὶ ἂς προσ­έχουμε νὰ μὴ τὴν χάσουμε· γιατὶ χίλια χέρια παραμονεύουν νὰ μᾶς τὴν ἁρπάξουν, γιὰ νὰ μείνουμε χωρὶς φῶς, χωρὶς ὅπλο, χω­ρὶς τὸν μίτον, χωρὶς ὁδηγό, μὲ μιὰ λέξι χωρὶς Θεό, μέσα στὸν κόσμο αὐτόν.
Ἀδελφέ! «Κράτει ὃ ἔχεις, ἵνα μηδεὶς λάβῃ τὸν στέφανόν σου» (Ἀπ. 3,11).
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος