Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2019

Ο ΙΕΡΟΚΗΡΥΚΑΣ ΤΗΣ ΚΟΖΑΝΗΣ ΤΟΥ '44! Ένα ακόμη λιθάρι Πίστης στοιβάχτηκε στα θεμέλια της ψυχής μας.



ΣΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟ ΠΑΠΠΟΥΛΗ ΤΗΣ ΠΛΑΝΑΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ, ΠΡΩΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ, ΚΥΡΟ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΚΑΝΤΙΩΤΗ



(28 Αυγούστου ξημερώνοντας)



Ένας ουρανοδείκτης μίμησης  χαράχτηκε για πάντα
στους δρόμους της θρησκείας μας,
για να μη τους χάσουμε.
Ένα ακόμη λιθάρι Πίστης στοιβάχτηκε
στα θεμέλια της ψυχής μας.
Για να τα στηρίξει.


Και μεις με τα μάτια δακρυσμένα από πόνο και αγάπη
χαιρόμαστε μες στη λύπη της αποδήμησής σου.
Χαιρόμαστε βλέποντας το φωτοστέφανο
να φωτίζει το γέρικό σου πρόσωπο.


Και κείνο το παιδί, εκείνος ο νιος, εκείνη η γυναίκα
που γεννήθηκαν χάρη στον ελεγκτικό σου λόγο,
εκείνες οι μητέρες που τον άκουσαν και αναγεννήθηκαν,
εκείνοι που επέζησαν της στέρησης
χάρη στη θυσιαστική σου αγάπη,
όλοι αυτοί που φωτίστηκαν και πληρώθηκαν ειρήνης
χάρη στην πατρική σου φροντίδα,
σαν μικρά χαλικάκια περιστοιχίζουν τους λίθους
που έβαλες θεμέλιο σε όλη την Ελλάδα.
Τώρα είναι εκεί γύρω σου και παντού
ακολουθώντας το παράδειγμά σου.


Εκεί όπου η Ορθοδοξία σιγοκαίει
το καντήλι της Πίστης και της Πατρίδας.
Είναι εκεί προσευχόμενοι να μη τους λησμονήσεις.
Ένας σπορέας αγάπης και ελεημοσύνης  έφυγε
Χρόνια όργωνες το απέραντο χωράφι των παιδιών σου
Για να τα βλέπεις να ανθίζουν και να καρποφορούν.


Οι βρύσες της αγάπης σου
ήταν για όλους τρεχούμενο νερό
να ξεδιψάσει τη ζωή τους που φλεγόταν
κι ήταν ακόμη δροσερότερο για κείνους που σε πλήγωναν.
Τίποτα δε διάλεξες για σένα
γιατί δεν ήθελες να σου ανήκει τίποτα.
Μονάχα τη χαρά της προσευχής την ήθελες δική σου.
Που πάλι για τα τέκνα σου έβγαινε απ’ την ψυχή σου.
Και τώρα είναι εκεί, πατέρα άγιε, και περιμένουν.
Σα νεοσσοί μες στη φωλιά απ’ όπου μίσεψες.


Άφησες πίσω τα φτερά σου μες στα λόγια σου
και τα απαλά σου πούπουλα των έργων
να τους ζεστάνουν.
Το ξέρουν πως ετοίμαζες Μάνες καινούργιες
για να τους προστατέψουν.



Κι έδωσες τα κλειδιά της δύναμής σου
στα τέκνα σου τα αγαπητά που σ’ ακολούθησαν βήμα το βήμα
κι ορίστηκαν βιγλάτορες των οραμάτων σου
Πώς τρεμουλιάζουνε τώρα τα χείλη τους
στον αποχαιρετισμό σου
καθώς αναλογίζονται την παρακαταθήκη που αφήνεις.



Και αν άμουσο το χρώμα της φωνής σου την ώρα της Θυσίας
πάντοτε θα ραγίζει τις ψυχές μας
και θα απλώνει σαν ουράνιο τόξο
γεμάτο από χρώματα παλμών
καθώς εράγιζε η φωνή σου από νότες χίλιες
στο άγγιγμα της παντοτεινής σωτηρίας,
στην ανάμνηση του πόνου που μας τυλίγει,
στην παράκληση για τη Μακεδονία και τους νεκρούς της,
για τις αλησμόνητες πατρίδες και τους χαμένους προγόνους,
για την κρεουργημένη Ελλάδα
και τους μνηστήρες της αρπαγής του Χριστού
και της αξιοπρέπειας.
Γεμάτος με αστραφτερά στους λόγους σου διαμάντια
που τ’ άφησες μες στα βιβλία σου κληρονομιά ιερή.
Γεμάτος με μαργαριτάρια δάκρυα
που νότισαν της Φλώρινας τους δρόμους
και καθενός το μαξιλάρι…



Φεύγεις φτωχός με το τριμμένο σου αντερί
αντί για τα σειρήτια τα χρυσά
και με τα μάτια σου ανοιχτά και φυλαγμένα στις καρδιές μας.
Κανείς δεν έχει φύγει πένης τόσο πολύ
και τόσο πλούσιος από δάκρυα.
Χρυσαετέ της Πίστης μας.
Γέμισες με φωλιές τις κορυφές του κόσμου
για να πετάξουν εκεί πάνω οι πληγωμένοι μας αετοί
που χάνονται  στης αναζήτησης τα πλάνα καταγώγια.
Γέμισες τα ημερονύχτια σου αέρα καθαρό
και τις καρδιές που έλιωνε το μίσος μέρεψες.
Πολέμησες και δε φοβήθηκες.
Πόνεσες και χαμογέλαγες.
Πληγώθηκες και γιάτρευες.
Ταπεινώθηκες και έλαμψες.
Ελέησες και φτερούγησαν οι ελπίδες για ζωή.
Εργάστηκες και δε γόγγυσες.



Ψάρεψες ψυχές
και έγινες ο Ψαράς της ειρήνης και της ευλογίας
Δεν αποθησαύρισες χρυσό.
Αποθησαύρισες πιστούς.
Παράσημά σου αθάνατα
Οι άδειες τσέπες , τα γεμάτα χέρια
Οι τρύπιες αρβύλες ,  τα γεμάτα μάτια
Η λιτή σου εμφάνιση
Η μεγάλη σου Παρουσία.
Πυροδοτήθηκες από τη φλόγα του Αποστόλου Παύλου
Μέθυσες απ’ το κρασί του Ιερού Χρυσοστόμου
Πιάστηκες απ’ το τριμμένο ράσο του Πατροκοσμά
Και έσυρες μαζί τους το χορό της διδασκαλίας του Χριστού
προς τα ουράνια δώματα των παραδείσιων ψυχών.
Μέσα σου ένα ταπεινό λιοντάρι  της Πίστης κυριαρχούσε
καταδιώκοντας τους λωποδύτες της ειρήνης.
Πρωτοκαθίζοντας τους άσωτους λιποτάκτες της αληθινής ζωής
στην Τράπεζα της Αγάπης σου
που πάντοτε είχες στρωμένη για όλους.
Είσαι Πατέρα μας Μακάριος
Γιατί δε λύγισες απ’ τα χτυπήματα
Δεν παραπονέθηκες με μίσος
Δεν λιποψύχησες με απελπισία
Δεν απόκαμες ποτέ
Ήλπιζες με πίστη
Έπραττες με ανιδιοτέλεια
Συγχωρούσες με την αθωότητα μικρού παιδιού
Αγκάλιαζες με τις φτερούγες της θρησκείας
Επέπληττες με την αγάπη του πατέρα
Φύτεψες την ελεημοσύνη
Ευλόγησέ μας, σεβάσμιε Παππούλη της πλάνας εποχής μας!


Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου